Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Διέξοδος μόνο η ανάπτυξη.



Η Ελλάδα την περίοδο αυτή βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Είναι εκτεθειμένη στον κλιμακούμενο διεθνή ανεμοστρόβιλο, που προκαλεί ισχυρούς γεωπολιτικούς, οικονομικούς και μεταναστευτικούς κλυδωνισμούς, που μαζί με τα συσσωρευμένα εσωτερικά προβλήματα (υπερχρέωση, ασφαλιστικό, φορολογικό, από-ανάπτυξη) δημιουργούν ένα επικίνδυνο εκρηκτικό μίγμα που προσβάλλει με ένταση την πολυετή σισύφεια προσπάθεια της χώρας, προς την διέξοδο από την κρίση.

Ταυτόχρονα όμως η χώρα μας διαθέτει και ορισμένα πλεονεκτήματα. Είναι ενταγμένη στη συγκριτικά πιο ασφαλή περιφερειακή ολοκλήρωση, την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως δείχνουν οι μεταναστευτικές ροές των εκατομμυρίων βασανισμένων ανθρώπων που την  προσεγγίζουν ως «τη Γή της επαγγελίας» με κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή. Επί πλέον διαθέτει ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα, βρίσκεται σε προνομιακό σημείο όπου συναντώνται οι διεθνείς οδεύσεις ενεργειακών διαδρόμων και μεταφορών προϊόντων (θαλάσσιοι και ηπειρωτικοί δρόμοι)  από την Ασία προς την Ευρώπη και αντιστρόφως, αφού ως γνωστόν η Ευρώπη αποτελεί τη μεγάλη αγορά των 500 εκατομμυρίων καταναλωτών καθώς επίσης και την εξίσου σημαντική εξαγωγική αγορά νέων και καινοτόμων τεχνολογιών. Αποτελεί επομένως για τη χώρα μας, στις αναδυόμενες νέες γεωπολιτικές συνθήκες χρυσή ευκαιρία ανάπτυξης  μιας μακροχρόνιας στρατηγικής,  αφού  βρίσκεται σε πλεονεκτικό γεωπολιτικό σημείο πέριξ του οποίου κινούνται ενεργειακές, μεταφορικές και τουριστικές ροές.


Το ερώτημα είναι αν μπορεί η χώρα μας να παίξει το διττό αυτό ρόλο, που εν δυνάμει της ανήκει, να αξιοποιήσει τους νέους αυτούς «παραγωγικούς δρόμους» που διανοίγονται μπροστά της, για να βελτιώσει την οικονομική και στρατηγική θέση της, και ταυτόχρονα να εκμεταλλευτεί τις νέες εμπορικές οδεύσεις στους τομείς της ενέργειας και των μεταφορών για να εξάγει τα δικά της προϊόντα και υπηρεσίες και να αναπτύξει τη δική της επιχειρηματικότητα εμπορική και τουριστική προς τις χώρες που εμπλέκονται σε αυτές τις στρατηγικού χαρακτήρα οδεύσεις. Πρέπει όμως να αποφασιστούν, να σχεδιαστούν και να προωθηθούν οι κατάλληλες επενδύσεις και ενέργειες, να δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης και σταθερότητας στην οικονομία, και την κοινωνία, ώστε η Ελλάδα να συμμετάσχει ενεργά και να αξιοποιήσει την ιστορική ευκαιρία που διανοίγεται. 

Εδώ λοιπόν αξίζει να επισημανθεί και η καθολική ανατροπή που προκάλεσε η διεθνής πολιτική συγκυρία και η χρηματοοικονομική κρίση που την συνόδευσε το 2008. Προκάλεσε την κατάρρευση του προ καπιταλιστικού μοντέλου συγκρότησης της παραγωγής και απορρύθμισε την πολιτική των πελατειακών σχέσεων και της διαπλοκής που συντηρούσε για μισό αιώνα μέσω του δανεισμού το πολιτικό κατεστημένο, και εμπόδιζε τη δυνατότητα αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας και τέλος προκάλεσε την ανατροπή των πολιτικών δυνάμεων που ευθύνονται για το χάλι αυτής της βασανισμένης χώρας. Ο λόγος είναι απλός.

Στην Ελλάδα ως γνωστόν το κυρίαρχο πολιτικό προσωπικό που ασκούσε την εξουσία, διαπλέκονταν με διάφορες ομάδες συμφερόντων και κατασπαταλούσαν από κοινού, πολύτιμους και πανάκριβους οικονομικούς πόρους λόγω του διαχρονικού δανεισμού που επιδίδονταν για πολλά χρόνια αυτή η χώρα. Η  ανισσόροπη πολιτική αυτή,  συντηρούσε μια επίπλαστη ευημερία, μια καθολική φούσκα, που παροξύνθηκε μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ, αφού τα επιτόκια δανεισμού είχαν περίπου μηδενιστεί και κατέρρευσε με τη χρηματοπιστωτική κρίση.Το κόστος αυτής της πολιτικής υπήρξε βαρύτατο.

Η εκάστοτε κυβέρνηση γαλάζια ή πράσινη μετέτρεπε το κράτος σε κομματικό φέουδο, που κατασπαταλούσε το δημόσιο-δανεικό χρήμα με βάση το κομματικό και εκλογικό συμφέρον της. Σήμερα όλο αυτό το εκτρωματικό σύστημα διαχείρισης της εξουσίας δίπλα στην κρίση χρέους κατέρρευσε και οδήγησε τη χώρα στην πέμπτη χρεοκοπία των τελευταίων 195 ετών. Μετά από έξη χρόνια «προγραμμάτων στήριξης» η Ελλάδα έχει απολέσει το 25% του ΑΕΠ, ενάμιση εκατομμύριο θέσεις εργασίας, και απέκτησε ένα δυσβάστακτο δημόσιο χρέος 350 δις ευρώ.

Σήμερα εργάζονται στην Ελλάδα 2,7 εκατομμύρια άτομα στην πραγματική οικονομία, το οποία θα πρέπει να καλύψουν τους φόρους και τις εισφορές 2,7 εκατομμυρίων συνταξιούχων και 0,7 εκατομμυρίων δημόσιων υπαλλήλων και κατ’ επέκταση και των υπολοίπων εκατομμυρίων πολιτών που είναι άνεργοι, κοινωνικά αποκλεισμένοι ή εκτός παραγωγής. Σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες σε κάθε συνταξιούχο αντιστοιχούν τέσσερις εργαζόμενοι όπως παλιότερα και στην Ελλάδα. Παράλληλα εκτίναξαν τα έξοδα του κράτους σε ποσοστό πάνω από το 50% του ΑΕΠ, από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη, γεγονός που σημαίνει ότι όσοι διαθέτουν φορολογική  ικανότητα θα πρέπει να φορολογούνται με φόρους που θα υπερβαίνουν το 50% των εισοδημάτων τους, για να λειτουργεί στοιχειωδώς το κράτος. Αυτή η εκτρωματική κατάσταση πρέπει να λυθεί δεν πάει άλλο, και δεν συγκρίνεται σε καμία περίπτωση με κανένα απολύτως επί μέρους συντεχνιακό ή κλαδικό αίτημα.

Σύμφωνα με έγκυρους οικονομικούς υπολογισμούς η Ελλάδα μετά το 1995 που κλείδωσε η υποψηφιότητά της ένταξής της στο ευρώ, απέσπασε μέσω δανείων και επιδοτήσεων πάνω από 270 δίς ευρώ. Εάν τα μισά από αυτά δεν είχαν σπαταληθεί ασύστολα σε δανεισμούς, σε κάθε είδους επιδοτήσεις με κομματικά κριτήρια, σε ολυμπιάδες και φαραωνικά έργα, αλλά είχαν επενδυθεί με βάση τα συγκριτικά πλεονεκτήματα  και τις δυνατότητες  της χώρας, θα είχαμε ξεπεράσει την κρίση χωρίς ανεργία, χωρίς απώλειες μισθών και συντάξεων, χωρίς κόκκινα δάνεια. Το τραγικότερο όλων αποτελεί η σημερινή διεκδικητική συντεχνιακή βεντάλια που ανοίγει ακριβώς από εκείνες τις κοινωνικές ομάδες, που ωφελήθηκαν στο «μαύρο παρελθόν» του άκρατου δανεισμού, των επιδοτήσεων, της φοροαποφυγής και της εισφοροδιαφυγής.

Είναι απορίας άξιον αν η σημερινή κυβέρνηση της αριστεράς, θα αντέξει να διαχειριστεί την κρίση με τον ίδιο σταθερό, διαφανή, αποφασιστικό, και κοινωνικά δίκαιο τρόπο που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο. Παράλληλα οφείλει να διαμορφώσει τους όρους μιας αναπτυξιακής δυναμικής στους τομείς που παρουσιάζουν εμφανή συγκριτικά πλεονεκτήματα, στις μεταφορές, στην ενέργεια και στον τουρισμό, αξιοποιώντας όλες τις επενδυτικές δυνατότητες που εκπορεύονται από τη συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, που αποτελεί αγκωνάρι σταθερότητας σε σχέση με τη βαρβαρότητα που επικρατεί εκτός ευρωπαϊκών συνόρων. Όσο γα το ασφαλιστικό, το φορολογικό και τα κόκκινα δάνεια, που σήμερα αποτελούν δευτερογενή εμπλοκή, όλα δείχνουν ότι μπορεί να ξεπεραστούν. Μοναδικό ισχυρό και αμετακίνητο επιχείρημα για αυτά είναι ότι δεν γυρίζουμε πίσω. Η περίοδος αποτελεί νέα πρόκληση, η οπισθοδρόμηση θα είναι καταστροφή. Αυτή μάλιστα τη φορά δεν θα υπάρξουν νικητές θα είμαστε όλοι ηττημένοι.     

                     


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου