Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Οι ενεργειακοί στόχοι της Ελλάδας στην Ε.Ε



Ευρώπη ως γνωστόν είναι περιοχή ελλειμματική στην ενέργεια. Πάνω από το 50% των αναγκών της καλύπτονται με εισαγωγές. Το κόστος κάλυψης αυτών των αναγκών, καθορίζεται από τις διεθνείς αγορές και ξεπερνάει τα 350 δισεκατομμύρια € ετησίως.

Πριν από είκοσι πέντε  χρόνια είχε  ανοίξει στην Ευρώπη,  η συζήτηση για το ενεργειακό της μέλλον και σήμερα διαφαίνεται, μετά και τη Διάσκεψη COP 21 στο Παρίσι, ένα σχετικά διαμορφωμένο ενεργειακό όραμα, το οποίο πρέπει να αποτιμηθεί από όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης και να προταθούν βελτιώσεις και διεκδικήσεις, αφού η ενεργειακή πολιτική της Ένωσης χαράσσεται σύμφωνα με το άρθρο 194 των  Συνθηκών (ΕΣΛΕ) με ομοφωνία των κρατών μελών της και όχι με τις διακηρύξεις των Βρυξελών

Από την προβληματική που αναπτύχθηκε μέχρι σήμερα έχουν αναδειχτεί υλοποιήσιμες προοπτικές που εδράζονται σε τρεις πυλώνες.

Στην κοινή ενεργειακή πολιτική, με βάση την ενεργειακή διπλωματία, για την προώθηση   ενεργειακών διαδρόμων και νέων ενεργειακών πηγών κυρίως Φυσικού Αερίου(ΦΑ)  και τη διασφάλιση  του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης.

Στην ανάπτυξη ενός ενιαίου σύγχρονου, πανευρωπαϊκού διασυνδεδεμένου ενεργειακού συστήματος, ικανού να καλύψει τις παραγωγικές, καταναλωτικές και εμπορικές ανάγκες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ενεργειακής πραγματικότητας.

Στην αναδιαμόρφωση των ενεργειακών αναγκών και του νέου ενεργειακού καταναλωτικού προτύπου της Ευρώπης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της βιώσιμης, επαρκούς  αποδοτικής, ασφαλούς και χαμηλού κόστους παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας με αιχμή της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Η προώθηση και υλοποίηση ενός  προωθημένου ενεργειακού σχεδίου απαιτεί στο εσωτερικό της Ευρώπης, συγκερασμούς περιφερειακών, κρατικών, εμπορικών και επιχειρησιακών επιδιώξεων, δημόσιων και ιδιωτικών, πανευρωπαϊκό συντονισμό, ρύθμιση, εποπτεία ενός  ενιαίου ενεργειακού ανταγωνιστικού συστήματος παραγωγής, μεταφοράς και κατανάλωσης, αξιοποίηση των εγχώριων εναλλακτικών και ανανεώσιμων πηγών της Ευρώπης.

Στο διεθνές περιβάλλον, των χωρών παραγωγής, διαμετακόμισης και κατανάλωσης, επιβάλλεται η Ευρώπη να διαμορφώσει, με την κοινή φωνή μιας   μεγάλης αγοράς των 500 εκατομμυρίων ευρωπαίων καταναλωτών, ισχυρή διαπραγματευτική ικανότητα για  τη διευθέτηση των μεγάλων γεωενεργειακών  προβλημάτων, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την ασφάλεια του εφοδιασμού, την προοπτική  της παραγωγής ενέργειας με χαμηλές τιμές για τους καταναλωτές  και μειωμένες  εκπομπές CO2.

Μετά από περίπου δέκα χρόνων διαβουλεύσεων, τριβών και συγκλίσεων, εντός των θεσμών κορυφής, ξεκίνησε ο σχεδιασμός του ενεργειακού οράματος της ενεργειακής ένωσης και σήμερα μετά από δέκα πέντε επιπλέον χρόνια βρίσκεται στη φάση υλοποίησής του.

 Στις γεωενεργειακές επιδιώξεις, η Ευρώπη δεν έχει βρει ακόμη κοινό βηματισμό, παρά τις θεσμικές προσπάθειες που έχουν προωθηθεί. Κύριος ανασταλτικός παράγοντας, η απουσία από τις  συνθήκες της Ένωσης κοινής ενεργειακής πολιτικής. Το άρθρο 194 των ΕΣΛΕ δεν επαρκεί για την κάλυψη κοινής ενεργειακής πολιτικής και απαιτείται για αυτό αναθεώρηση των συνθηκών, γεγονός μάλλον δύσκολο στην παρούσα φάση, αφού δεν υποστηρίζεται από την άρχουσα ευρωπαϊκή ελίτ. Επιχειρείται όμως η υποκατάσταση της ανάγκης μιας κοινής ενεργειακής πολιτικής, με συναινετικές θεσμικές ρυθμίσεις  και διαδοχικά «ενεργειακά πακέτα», που  συγκροτούν μια συνεκτική μορφή  αποδεκτής ενεργειακής πολιτικής. Όμως οι χρονοβόρες καθυστερήσεις, ευνοούν εθνικές αυτονομήσεις κρατών μελών, που επιδιώκουν να διασφαλίσουν μεμονωμένα τον ενεργειακό  εφοδιασμό τους, αποδυναμώνοντας την κοινή προσπάθεια διασφάλισης του συνολικού εφοδιασμού της Ευρώπης. Πρωτεργάτης σε ανάλογες ενέργειες αναδεικνύεται η Γερμανία. Η εφαρμογή επομένως κοινής ενεργειακής πολιτικής αποτελεί τον υπ’ αριθμό  ένα στόχο που οφείλουν να προωθήσουν τα κράτη μέλη στο νέο όραμα της Ενεργειακής Ένωσης της Ευρώπης      

Στη διαμόρφωση του ενιαίου, ευρωπαϊκού διασυνδεδεμένου ενεργειακού συστήματος  έχει γίνει σημαντική πρόοδος κυρίως στην Δυτική και Κεντρική πλευρά της Ένωσης, με προφανείς συμβιβασμούς, πολιτικές και επιχειρηματικές συναινέσεις, με τη συμμετοχή δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων. Στη Νότια και στην Ανατολική υπάρχουν σημαντικές καθυστερήσεις.

Έχουν αναπτυχθεί χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρισμού και ΦΑ σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, προκειμένου να εξυπηρετήσουν την ενιαία λειτουργία του τομέα ηλεκτρισμού και ΦΑ  και να επιτύχουν για τους ευρωπαίους καταναλωτές, υπηρεσίες και προϊόντα σε τιμές που αντανακλούν, με τον πιο αποδοτικό τρόπο, το πραγματικό κόστος ενέργειας και επιφέρουν οφέλη στις τιμές του ηλεκτρισμού  και του ΦΑ για τους  ευρωπαίους καταναλωτές. Όμως τα αποτελέσματα στο ενεργειακό κόστος και στα τιμολόγια των καταναλωτών, λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση της αγοράς και κυρίως λόγω του  τεράστιου  μεγέθους του  επενδυτικού προγράμματος  που απαιτείται για την υλοποίηση του δαπανηρού σχεδίου  της ενιαίας και ολοκληρωμένης ενεργειακής αγοράς, δεν επιφέρουν βελτιώσεις στις τιμές, οι οποίες αναμένονται να υποχωρήσουν μετά το 2030, ούτε και αντιμετωπίζουν τη μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση μεγάλων εταιρειών ενέργειας  στην Ευρώπη που συγκεντρώνουν μεγάλα μερίδια των αγορών στον ηλεκτρισμό. Η αλλαγή αυτών των συνθηκών και η δημιουργία του ενιαίου διασυνδεδεμένου ενεργειακού συστήματος  προς όφελος ανταγωνισμού της Ένωσης και των ευρωπαίων καταναλωτών, αποτελούν έναν ακόμη σημαντικό στόχο για τα  κράτη μέλη.

 Κυριότερη συμβολή  για την υπέρβαση του  ξεπερασμένου τύπου συγκρότησης δομής και επενδυτικών σχεδίων, που με την αναδιάρθρωσή τους θα συμβάλλουν στη δημιουργία  του ενιαίου διασυνδεδεμένου ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος, αποτέλεσε η επιλογή της «αποστασιοποίησης»  ως ένα βαθμό της άρχουσας ευρωπαϊκής ελίτ, από το παλαιό συγκεντρωτικό, καθετοποιημένο και αυστηρά ιεραρχημένο ενεργειακό παραγωγικό μοντέλο και τη  συμβατική δομή  διανομής ενέργειας, που λειτουργούσαν ερήμην της ενεργούς συμμετοχής των καταναλωτών, οι οποίοι παρέμεναν παθητικοί δέκτες των αποφάσεων της συγκεντροποιημένης παραγωγής, και διανομής στη λειτουργία των ενεργειακών συστημάτων παλαιάς δομής.

Το νέο ενεργειακό σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης, τείνει όμως σήμερα να αναπτυχθεί σε οριζόντια, αποκεντρωμένη και ευέλικτη παραγωγική βάση, με σημαντικό βαθμό  επενδυτικής αυτονομίας και μεγαλύτερη διασπορά των επενδύσεων, ενεργή συμμετοχή του καταναλωτή  με τη συμβολή των ευφυών δικτύων και μετρητών, καθώς και τη δια δραστική επαφή καταναλωτή και προμηθευτή,  που θα καθορίζουν από κοινού με αμφίδρομο σύστημα επικοινωνίας και συμμετοχής, τον τύπο της κατανάλωσης, σύμφωνα με τις ανάγκες του καταναλωτών και τις αντίστοιχες διευκολύνσεις του προμηθευτή και του παραγωγού.

Καταλυτικό ρόλο για την εκκίνηση της νέας ριζοσπαστικής δομής των συστημάτων παραγωγής και διανομής, που επεξεργάζονται τα κέντρα αποφάσεων της Ευρώπης, διαδραματίζουν οι Ανανεώσιμες και Εναλλακτικές Μορφές Ενέργειας, που λόγω της στοχαστικότητάς τους, απαιτούν νέα παραγωγική και δικτυακή συγκρότηση,  αποκεντρωμένων και έξυπνων δικτύων μεταφοράς και διανομής, νέες τεχνολογικές υποδομές όπως η αποθήκευση ενέργειας, για τη κάλυψη της μεταβλητότητας των φορτίων από της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, πλήρες διασυνδεδεμένο δίκτυο αλλά και αποκεντρωμένα και αυτόνομα συστήματα διανομής ενέργειας, διείσδυση των εναλλακτικών πηγών του ηλεκτρισμού και των εναλλακτικών καυσίμων (υδρογόνο) στις επίγειες, εναέριες και θαλάσσιες μεταφορές,  μεγιστοποίηση της ενεργειακής απόδοσης με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών (αποθήκευσης, θερμομόνωσης, εξοικονόμησης και αποδοτικότητας) σε ολόκληρη την Ένωση.

Ο σχεδιασμός αυτός υπερβαίνει σαφώς τις παραδοσιακές αντιλήψεις συγκεντρωτικής οργάνωσης συμβατικών ενεργειακών συστημάτων που αντικαθίστανται με την αποκεντρωμένη ανάπτυξη της παραγωγής και των δικτύων, τη δια δραστική επικοινωνία μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών με τη συμμετοχή τους στις επιλογές που τους αφορούν, σχετικά με τις καταναλωτικές τους  ανάγκες. Η ολοκλήρωση του νέου ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού συστήματος απαιτεί σημαντικές επενδύσεις και έργα αναβάθμισης υποδομών, παραγωγής, δικτύων και διασυνοριακών διασυνδέσεων. Το σχέδιο αποτελεί πρόκληση για όλα τα κράτη μέλη  της Ευρώπης και από την επιτυχία του κρίνεται και η μελλοντική προοπτική του  ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος.

Για την αποτελεσματική λειτουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού συστήματος διαμορφώνονται δύο πεδία ανάπτυξης των αγορών.

● Ένα ευρωπαϊκό, με την διασυνοριακή σύνδεση των επτά διαμορφωμένων περιφερειών ηλεκτρισμού και των τριών φυσικού αερίου, τη λειτουργία του διασυνοριακού εμπορίου επί τη βάση συστήματος κατευθυντήριων γραμμών και κωδίκων δικτύου, που ρυθμίζουν τις διασυνοριακές ροές της δυναμικότητας, αντιμετωπίζουν τα προβλήματα συμφόρησης των δικτύων στις διασυνοριακές συνδέσεις, διασφαλίζουν την σύζευξη και την εξισορρόπηση των διασυνδεδεμένων συστημάτων, τη σύζευξη των εθνικών και περιφερειακών διασυνδεδεμένων δικτύων, στηρίζουν και συντονίζουν τη λειτουργεία χρηματιστηριακών αγορών στα σημεία των διασυνοριακών συνδέσεων,  με βάση το λειτουργικό ενεργειακό μοντέλο EU Target Model.

Το μοντέλο αυτό συγκροτεί την κοινή οργάνωση των ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, καθορίζει τις κοινές για όλη την Ευρώπη αγορές, σε κάθε χρονικό επίπεδο, από τη λειτουργία προθεσμιακών αγορών (Forwards market) και προ-ημερήσιων αγορών (Day-ahead market) μέχρι τη λειτουργία ενδοημερήσιων αγορών (Continues Intra- day market) και αγορών εξισορρόπησης (balancing market), με βάση τη συντονισμένη προσέγγιση της κατανομής της δυναμικότητας και της διαχείρισης της συμφόρησης των ενεργειακών ροών και την εξισορρόπησή τους στις διασυνοριακές διασυνδέσεις  σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και τους  αντίστοιχους κώδικες δικτύου.

● Ένα  εγχώριο ενεργειακό σύστημα αγοράς ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου που λειτουργεί με τούς δικούς του  τεχνικούς  κώδικες, αλλά παράλληλα εφαρμόζει τα κοινά πρότυπα των αγορών και συντονίζει τις λειτουργίες τους  με το διασυνοριακό και περιφερειακό επίπεδο, συνεκτιμώντας τη λειτουργία του ευρωπαϊκού μοντέλου στόχου  (Target model).

Το πολύπλοκο και εντυπωσιακό μοντέλο στόχου ρυθμίζεται, εποπτεύεται και εγκρίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που συνεπικουρείται από ενδιάμεσους υποστηρικτικούς θεσμούς, τον «Οργανισμό» (ACER), το Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς (ENTSO- E, G),τις Ρυθμιστικές Αρχές Ενέργειας (RAE) στις οποίες προσδίδεται ισχυρή διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια από τα εθνικά κέντρα των κρατών μελών, από  τις περιφερειακές πρωτοβουλίες σύζευξης (ERI) που αποτελούν τον ενδιάμεσο στόχο ζεύξης πριν από την ολοκληρωμένη σύζευξη όλης της Ευρώπης.

Όμως και στον τομέα της πορείας ολοκλήρωσης της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς εμφανίζονται καθυστερήσεις και ανισομερείς αναπτύξεις των αγορών. Η Ανατολική και Νότια Ευρώπη παρουσιάζουν σημαντικές ελλείψεις και καθυστερήσεις που οφείλονται σε διαχρονικές ανεπάρκειες των κρατών μελών της ευρωπαϊκής περιφέρειας στην οργάνωση των αγορών τους, αλλά και στην ανισοκατανομή των πόρων και των έργων κοινού ενδιαφέροντος αφού τη «μερίδα του λέοντος» απολαμβάνουν η Δυτική, η Κεντρική και Βόρεια  Ευρώπη, ενώ υπολείπονται σε έργα επιδοτούμενα κοινού ενδιαφέροντος η Ανατολική και Νότια Ευρώπη που εμφανίζουν και τις περισσότερες ανάγκες.

Και εδώ λοιπόν απαιτούνται αναθεωρήσεις έργων , προγραμμάτων και στήριξης, ειδικότερα της Ελλάδας που αναδεικνύεται με βάση τις κυοφορούμενες γεωπολιτικές εξελίξεις και τις νέες δυνατότητες που διανοίγονται με τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου αλλά και την ανάδειξη του Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου σε στρατηγικού χαρακτήρα καυσίμου. Όλα οι εκτιμήσεις, η διεθνής κινητικότητα και το ενδιαφέρον των διεθνών ενεργειακών παικτών (ΗΠΑ, Ισραήλ, Αίγυπτος, Κύπρος) συγκλίνουν στη διαπίστωση η Ελλάδα θα εξελιχθεί σε σημαντικό ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο στη Νότια Ευρώπη.

Επιβάλλεται για αυτό η ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της εγχώριας ενεργειακής αγοράς ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, που θα συμβάλλει καταλυτικά στην προοπτική της παραγωγικής ανασυγκρότησης  και της ανάπτυξης της Ελλάδας στο πλαίσιο της αναδυόμενης Ενεργειακής Ένωσης της Ευρώπης

Ακόμη απαιτείται η αναθεώρηση των σημερινών δεδομένων με τη διεκδίκηση  δίκαιας και επιβαλλόμενης στήριξης των χωρών της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης, μέσω  ανακατανομής των πόρων, που θα συμβάλλει στην ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής αγοράς  και  παράλληλα θα ανοίξει ευρύτατο πεδίο για την ανάδειξη της Ελλάδας σε βασικό ενεργειακό κόμβο της Ευρώπης και της Μεσογείου.

Αυτοί οι τέσσερίς στόχοι

● Της κοινής ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής

●  Της  δημιουργίας του ενιαίου διασυνδεδεμένου ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος και της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας

●    Της  αναθεώρησης των επιλογών και των σημερινών δεδομένων ανισομερούς ανάπτυξης της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας προς όφελος των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης

● Του  επανασχεδιασμού της εγχώριας αγοράς ενέργειας σε υγιείς και ανταγωνιστικές βάσεις λειτουργίας και ρύθμισης,  για να αντιμετωπίσει από καλύτερες θέσεις το έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον που θα επικρατήσει στην Ευρώπη.

Συνθέτουν το διεκδικητικό πλαίσιο της Ελλάδας στην προοπτική της Ενεργειακής Ένωσης της Ευρώπης.

                 





 




  

       


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου