Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Μακροχρόνιος Ενεργειακός Σχεδιασμός



Tο ενεργειακό μείγμα και οι δαπάνες για ηλεκτροπαραγωγή



Η ζήτηση του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας το 2014 σε σχέση με το 2013, παρουσίασε μείωση κατά 5,1%. Ανήλθε στις 57.032 GWh έναντι 60.075  GWh το 2013. Η παραγωγή μαζί με τις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας καλύφθηκαν κατά 66.9% από τη ΔΕΗ και κατά 33,1% από Ιδιώτες παραγωγούς και εισαγωγείς.

Οι εισαγωγές το 2014 παρουσίασαν σημαντική αύξηση από τη ΔΕΗ και τους ιδιώτες. Στην αύξηση των εισαγωγών συνέβαλαν, η αύξηση της ΟΤΣ του Συστήματος το 2014 και η επίδραση της νέας μεθόδου υπολογισμού της τιμής πληρωμής της ηλεκτρικής ενέργειας που οι Προμηθευτές πληρώνουν τους Παραγωγούς-Εισαγωγείς για την προμήθεια ενέργειας από ΑΠΕ.

Το μερίδιο στη λιανική αγορά μειώθηκε  στο 97.6% για τη ΔΕΗ (έναντι 98,2% του 2013) ενώ αυξήθηκε αντιστοίχως το μερίδιο συμμετοχής των ιδιωτών Προμηθευτών το 2014 στο 2,4%.

Η παραγωγή των μονάδων με καύσιμο λιγνίτη υποχώρησε στο 34% από 45% που ήταν τα αμέσως προηγούμενα χρόνια. Το τέταρτο τρίμηνο του 2014 η υποχώρηση της συμμετοχής του λιγνίτη στη ΔΕΗ, έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2013, ανήλθε στο 12,2%.

Η παραγωγή από ΦΑ κινήθηκε στα ίδια επίπεδα του 2013 γύρω στο 11% και παραμένει μειωμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια κατά 49,2%. Η μείωση της συμμετοχής του ΦΑ υποκαταστάθηκε από αυξημένες εισαγωγές και την υδροηλεκτρική παραγωγή.

Η υδροηλεκτρική παραγωγή  σχέση με το 2013 που ήταν χρονιά αιχμής, λόγω των εξαιρετικών υδρολογικών συνθηκών, παρουσίασε το 2014 μείωση κατά 30,7% συγκριτικά με το 2013.

Το ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ βρίσκεται στο 10%, ενώ αιτήσεις περίπου τριών δεκάδων GW, παραμένουν σε εκκρεμότητα προς ένταξη.




Οι δαπάνες του ενεργειακού μείγματος στη ΔΕΗ, λόγω μεγέθους  αποτελούν πλήρως αντιπροσωπευτικό δείγμα και για την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων.

Οι δαπάνες της  ΔΕΗ για υγρά καύσιμα, ΦΑ, λιγνίτη τρίτων, CO2 και αγορές ηλεκτρικής ενέργειας,  λόγω της μείωσης των τιμών των υγρών καυσίμων, μειώθηκαν κατά 5%.

Η δαπάνη για ΦΑ μειώθηκε κατά 14% το 2014, λόγω της μείωσης των τιμών του ΦΑ κατά 11% και της διατήρησης της  παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΦΑ στα επίπεδα του 2013.

Η δαπάνη για λιγνίτη τρίτων αυξήθηκε το 2014 ενώ η δαπάνη για αγορές ενέργειας από το Σύστημα και το Δίκτυο μειώθηκε κατά 9%.

Η μείωση της δαπάνης για αγορές ενέργειας κατά 12,6% το 2014, παρά την αύξηση των εισαγωγών, οφείλεται στην σημαντική μείωση της δαπάνης για τον Μηχανισμό Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ) και της δαπάνης για τον Ειδικό Φόρο  Κατανάλωσης στο ΦΑ. Περιορίστηκε  όμως ως ένα βαθμό από την αύξηση κατά 38,8%  του μέσου όρου της Οριακής Τιμής του Συστήματος (ΟΤΣ) το 2014 από 41,5 σε 57,6 €/MWh και από την αυξημένη καθαρή δαπάνη για τα Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΑΔΙ) που διπλασιάστηκαν, για τις σύγχρονες μονάδες ΦΑ σε συνδυασμό με την κατάργηση ΑΔΙ για τις παλαιότερες μονάδες παραγωγής της ΔΕΗ από 01/08/2013.

Η δαπάνη για δικαιώματα εκπομπής CO2 σημείωσε αύξηση σε σχέση με το 2013, λόγω αυξημένης μέσης τιμής δικαιωμάτων εκπομπής CO2 για το 2014. Αντιθέτως ο όγκος των εκπομπών CO2  σημείωσε μια μικρή μείωση του όγκου των εκπομπών κυρίως λόγω της χαμηλότερης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη.

Τα στοιχεία των δαπανών, στο αντιπροσωπευτικό δείγμα της ολοκληρωμένης επιχείρησης ενέργειας της ΔΕΗ, προβάλλουν ανάγλυφα τις παθογένειες, τις στρεβλώσεις και τις μεταπτώσεις του ενεργειακού κόστους  του Εθνικού Ενεργειακού Συστήματος αλλά και την εξωπραγματική και ασταθή σύνθεση του χρησιμοποιούμενου μείγματος καυσίμου.   



 

Το ενεργειακό μείγμα της Ελλάδος για ηλεκτροπαραγωγή προέρχεται,  από εγχώριες πηγές, λιγνίτης, υδατικό δυναμικό, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και από εισαγόμενες πηγές, φυσικό αέριο (ΦΑ) και το πετρέλαιο (κυρίως μαζούτ) για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και προϊόντα πετρελαίου για τις μεταφορές. Οι πηγές που υποστηρίζουν σταθμούς παραγωγής συνεχούς διαθεσιμότητας είναι του λιγνίτη, του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, ενώ ασυνεχούς διαθεσιμότητας είναι οι ΑΠΕ (αιολικές και ηλιακές). Οι τελευταίες εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες και είναι επομένως στοχαστικές. Η στοχαστικότητα (περίοδος συμβολής και περίοδος μηδενικής παραγωγής) αυτών των ΑΠΕ σε συνδυασμό, με την αδυναμία τους, επί του παρόντος,  ακριβή αποθήκευση της παραγόμενης από αυτές ηλεκτρικής ενέργειας, έχει επιπτώσεις στο σύστημα μεταφοράς και διανομής το οποίο είναι ευαίσθητο στη σταθερότητα της τάσης και της συχνότητας ισχύος και για αυτό πρέπει να υποστηρίζεται από μονάδες ταχείας εκκίνησης.



Μέχρι πρότινος στη σύνθεση του μείγματος ηλεκτροπαραγωγής κυρίαρχη θέση είχαν οι σταθμοί συνεχούς διαθεσιμότητας θερμικοί σταθμοί παραγωγής (λιγνιτικοί και φυσικού αερίου) με ένταξη στο σύστημα των υδροηλεκτρικών σταθμών για κάλυψη αιχμιακών φορτίων.



Από πλευράς ακολουθούμενης πολιτικής για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο εθνικό διασυνδεδεμένο δίκτυο, μετά τη διείσδυση των ΑΠΕ, η ηλεκτροπαραγωγή από τις ΑΠΕ απορροφάται από το σύστημα κατά προτεραιότητα(επιδοτούμενη) και σε περίπτωση, που υπερκαλύπτεται η ζήτηση, επιβάλλονται περικοπές στη συμβατική θερμική παραγωγή. Προκειμένου να διατηρηθούν συνθήκες ισορροπίας και εξυπηρέτησης  πολύμορφων συμφερόντων αξιοποιήθηκε η θεσμική υποχρέωση της χώρας για τη δημιουργία αγοράς ενέργειας και μεθοδεύτηκαν διάφορες μορφές έμμεσων ενισχύσεων προκειμένου να ενταχθούν με ασφάλεια ιδιώτες παραγωγοί στο Σύστημα.  



Ο εθνικός στόχος για την κάλυψη του 20% των συνολικών ενεργειακών αναγκών της χώρας από ΑΠΕ το 2020, ειδικά δε της ηλεκτροπαραγωγής κατά 40%, σε συνδυασμό με την παροχή ισχυρών οικονομικών κινήτρων οδήγησε, ιδιαίτερα από το 2010 και μετά, σε μια ανεξέλεγκτη μαζική διείσδυση των ΑΠΕ σε όλη την έκταση της χώρας. Λόγω της οικονομικής κρίσης και της συνεπακόλουθης μείωσης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας – αλλά και λόγω των τοπικών αδυναμιών των δικτύων του συστήματος διανομής, μεταφοράς–υπάρχει ανάγκη επαναπροσδιορισμού του θεσμικού πλαισίου συμμετοχής των ΑΠΕ στο  ενεργειακό μείγμα καυσίμου της χώρας.  Για παράδειγμα, η σύνδεση όλων των έργων ΑΠΕ με άδεια παραγωγής ύψους  30 GW μάλλον δε δύναται να ικανοποιηθεί, ούτε μπορεί να διατηρηθεί η ελλειμματική κατάσταση που έχει προκληθεί μετά την επιδοτούμενη κατά προτεραιότητα εισαγωγή των ιδιωτών παραγωγών και των ΑΠΕ στο Σύστημα Παραγωγής.



  Προφανώς οι μακροπρόθεσμοι στόχοι παραμένουν. Η ένταξη των ΑΠΕ στη σύνθεση του μείγματος, ο σταδιακός περιορισμός των υδρογονανθράκων και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με μειωμένους σημαντικά ρύπους και μικρότερο κόστος στην παραγωγή και στους καταναλωτές της  διανομής , αποτελούν  πρώτες προτεραιότητες.

Παράλληλα μπορεί να γίνει προσπάθεια μείωσης των εκπεμπόμενων αερίων του θερμοκηπίου με υιοθεσία δευτερογενών μεθόδων αντιρρύπανσης ή και τριτογενών. Η ανάγκη είναι πρόδηλη αφού με τις νέες εισηγήσεις της ΕΕ προτείνεται η περαιτέρω μείωση των αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2030 ώστε να φθάσει σε ποσοστά του 40%. Επίσης είναι δυνατή η αύξηση της απόδοσης των γεννητριών παραγωγής ενέργειας, ανάλογα με το τύπο του καυσίμου με διάφορες μεθόδους, π.χ. με λέβητες ειδικής σχεδίασης, με μονάδες συνδυασμένου κύκλου καύσης, με μονάδες αεριοποίησης άνθρακα ή ακόμα και με μονάδες καταλυτικής καύσης (ιδιαίτερα σε μονάδες καύσης φ.α.).

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις μειώνονται οι ρύποι και σε πολλές περιπτώσεις μειώνεται και το κόστος.

Τέλος σημαντική συμβολή στην μείωση των ρύπων αποτελούν μονάδες Carbon Capture and Storage CCS, σύλληψης και ασφαλούς αποθήκευσης άνθρακα, Carbon capture and Utilization (CCU), σύλληψης και επαναχρησιμοποίησης άνθρακα, και η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας με ειδικά συστήματα επαναφόρτισης και άλλες  μονάδες bio-CCS (μονάδες που χρησιμοποιούν μικροοργανισμούς για την καταστροφή του CO2 την χρήση του για την παραγωγή βιομάζας, συνήθως από φύκια).

 √ Οι ΑΠΕ

Οι ΑΠΕ συνιστούν σημαντικότατο εγχώριο ενεργειακό πόρο και για αυτό απαιτείται η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για να καταστεί βιώσιμος.



●  Παρατηρείται σημαντική αύξηση ηλεκτροπαραγωγής(ΗΕ) από ΑΠΕ: 4,02 TWh το 2011, 5,76 TWh το 2012, 9 TWh το 2013.  Το 2014 υπήρξε στασιμότητα λόγω των αλλαγών στις εγγυημένες τιμές για την παραγόμενη από ΑΠΕ ενέργεια. Παρά το ότι ο αριθμός των εγκαταστάσεων Φ/Β αυξήθηκε λόγω χαμηλότερου κόστους και υψηλών τιμών της παραγόμενης ενέργειας, ο ρυθμός αύξησης έχει μειωθεί σημαντικά τελευταίως λόγω κυρίως της μείωσης των εγγυημένων τιμών πώλησης. Η συνεισφορά ήδη των ΑΠΕ με 9 TWh το 2013 έναντι 54 TWh συνολικής κατανάλωσης της χώρας  ποσοστό 16% δείχνει ότι μπορεί μεν να καλύψει το στόχο της το 2020 αλλά η βιωσιμότητά της αμφισβητείται λόγω των παρεχομένων υψηλών εγγυημένων τιμών της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, που επιβαρύνουν διαρκώς το σύνολο των καταναλωτών. Υφίστανται επίσης τεχνικά θέματα, που προκύπτουν από την ικανοποίηση της σύνδεσης στο εθνικό ηπειρωτικό δίκτυο όλων των ΑΠΕ που ήδη διαθέτουν άδειες εγκατάστασης.



●  Η ηλεκτρική ισχύς που παράγεται από τα μικρά Φ/Β (ισχύs < 10 kW) στις στέγες, προσφέρεται με μεγάλο βαθμό συσχέτισης με τις αιχμές ζήτησης φορτίου. Η θέση παραγωγής και κατανάλωσης στους ίδιους χώρους μειώνει τις απώλειες των δικτύων διανομής. Η συνεισφορά των μικρών Φ/Β μονάδων ισχύος στις στέγες πρέπει να τονισθεί και να ενθαρρυνθεί.



●  Σημαντική είναι η προσφορά των Υ/Η Σταθμών παραγωγής ενέργειας. Η συνολική μέση ετήσια παραγωγή ενέργειας από τα Υ/ΗΣ είναι 4.000 GWh. Ποσοστό 15%-20% της παραγόμενης  ηλεκτρικής ενέργειας, αναλόγως κατ των εκάστοτε  υδρολογικών συνθηκών  Οι ΥΗΣ είναι εξίσου αναγκαία ΑΠΕ που εξασφαλίζει τις παραμέτρους και την ποιότητα της ενέργειας στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα (συχνότητα, τάση, εφεδρεία ισχύος, λειτουργία ταχείας ένταξης στο σύστημα  για τα φορτία  αιχμής). Επιβάλλεται βελτιστοποίηση της μεθοδολογίας διαχείρισης των υδάτινων αποθεμάτων στους ταμιευτήρες των Υ/ΗΣ και η ανάπτυξη νέων υβριδικών Υ/ΗΣ με ικανότητα άντλησης (αντλησιοταμίευση). 



● Η μαζική διείσδυση συνολικά των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή αποτελεί εθνικό στόχο, που πρέπει να επιδιωχθεί με επιμονή. Δεν μπορεί να επιτευχθεί με μόνο υψηλά οικονομικά κίνητρα και να συνεχισθεί ανεξέλεγκτα, επειδή απλώς συνιστά εθνικό στόχο.  Απαιτείται προσεκτικός χωρικός σχεδιασμός σε σχέση με τα δίκτυα μεταφοράς και τα καταναλωτικά κέντρα, ώστε να εξασφαλίζεται ευστάθεια στο σύστημα μεταφοράς και επάρκεια ισχύος σε συνδυασμό με αδιάλειπτη παροχή προς τον καταναλωτή (έξυπνα δίκτυα). Η διακίνηση της ηλεκτρικής ισχύος επιβάλλει την ανάπτυξη και επέκταση του συστήματος μεταφοράς και διανομής. Υπάρχουν όμως και προβλήματα χωροθέτησης-αδειοδότησης των έργων μεταφοράς και της χρηματοδότησής τους και προβλήματα από τη  μεγάλη διείσδυση πάνω από το 25% της παραγόμενης από ΑΠΕ, που  λόγω της  ασυνεχούς διαθεσιμότητάς τους  πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα και δυνατότητες ταχείας αναπλήρωσης ισχύος παραγωγής  στο δίκτυο, για τη διασφάλιση της ευστάθειας του συστήματος



● Κυριότερη όμως ενέργεια αποτελεί η χάραξη μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού, που δεν εφαρμόστηκε ποτέ με αξιοπιστία στη χώρα μας  όπου θα τίθενται οι αντικειμενικοί στόχοι και οι επιπτώσεις από την εφαρμογή τους  που είναι επιβεβλημένη.



Απαιτούνται:  

Σοβαρή και ολοκληρωμένη μελέτη των επιπτώσεων της μαζικής διείσδυσης των ΑΠΕ στην ασφαλή λειτουργία του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας και διείσδυσης των ΑΠΕ στο σύστημα, επηρεάζει τη λειτουργία του όλου συστήματος και την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας με επιπτώσεις στο κόστος χρεώσεως στον καταναλωτή.

Εφαρμογή νέας πολιτικής για το σύνολον των ΑΠΕ στα πλαίσια της αποκτηθείσας εμπειρίας και των νέων τεχνολογιών.

Αύξηση της ικανότητας παρακολούθησης του φορτίου με αποθήκευση ενέργειας, ρύθμιση παραγωγής ΑΠΕ, διαχείριση φορτίου και εναρμόνιση κανόνων και πρακτικών.

Πρόβλεψη αιολικής παραγωγής.

Καινοτόμες εφαρμογές αποθήκευσης με ειδικά συστήματα επαναφορτιζόμενων μπαταριών

Διασυνοριακή ενίσχυση του εθνικού δικτύου μεταφοράς για μείωση εφεδρειών (μέσω Target Model).



● Οι προοπτικές κυριαρχίας των ΑΠΕ θα ολοκληρωθούν όταν επιλυθεί κατά τρόπο αξιόπιστο και οικονομικό το πρόβλημα συντονισμού της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από μη συνεχούς διαθεσιμότητας πηγές, με την κατανάλωση.  Δύο κρίσιμοι παράγοντες για την επιτυχία του σκοπού αυτού είναι η αποθήκευση ενέργειας και κατάλληλα διασυνδεδεμένα διασυνοριακά  δίκτυα μεταφοράς και έξυπνα δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. 



√ Η αποθήκευση ενέργειας



Η αποθήκευση ηλεκτρισμού συνεπάγεται τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε «πρωτογενή ενεργειακή μορφή» και «αποθήκευση», μέχρις ότου υπάρξει ανάγκη κατανάλωσης, οπότε μετατρέπεται πάλι σε ηλεκτρισμό με αντίστοιχες απώλειες κάθε μετατροπής.



Πρωτογενείς μορφές αποθήκευσης ενέργειας είναι η μηχανική ενέργεια (λ.χ., αντλησιοταμίευση, πεπιεσμένος αέρας(αποθήκευση ενέργειας υπό μορφή πεπιεσμένου αέρα και στη συνέχεια παραγωγή ενέργειας αεροστροβίλου, γεννήτριας, αεροκινητήρα), αποθήκευση CO2, η ηλεκτροχημική και ηλεκτροστατική ενέργεια (λ.χ., μπαταρίες, συμπυκνωτές, υπεραγωγοί (ιδιαίτερα υλικά που άγουν τον ηλεκτρισμό χωρίς αντιστάσεις), κυψέλες καυσίμου (ηλεκτροχημική συσκευή για μετατροπή της χημικής ενέργειας σε ηλεκτρισμό χωρίς τη μεσολάβηση της καύσης), η θερμική και θερμοχημική ενέργεια (λ.χ., θερμότητα ειδική ή λανθάνουσα) και η χημική ενέργεια, λ.χ., υδρογόνου (παραγωγή Υδρογόνου από ηλεκτρολυτική μετατροπή, με ηλεκτρόλυση του νερού με διάφορες τεχνολογίες αιχμής), βιομάζα. Οι ερευνητικές προσπάθειες επικεντρώνονται στις μπαταρίες, τόσο για το χώρο της παραγωγής όσο και της κατανάλωσης (ηλεκτρικά αυτοκίνητα, σταθμοί επαναφόρτισης μπαταριών αυτοκινήτων, αυτόνομα επαναφορτιζόμενα συστήματα μπαταριών για ηλεκτροδοτήσεις κατοικιών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων) .



Σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχουν και δυσκολίες, π.χ. εύρεση κατάλληλων περιοχών π.χ. για του ταμιευτήρες, αντλησιοταμιευτικών μονάδων μια που πολλές περιοχές έχουν ήδη καταληφθεί.

Για την αποθήκευση πεπιεσμένου αέρα, CO2 ή άλλες  δυσκολίες που υπάρχουν π.χ. την ανάγκη για τη δημιουργία υποδομών αποθήκευσης και μεταφοράς υδρογόνου, ή υποδομών για την επαναφόρτιση των συσσωρευτών ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων. [Σημείωση: η ηλεκτροκίνηση αυτοκινήτων με τα σημερινά δεδομένα δεν είναι πολύ αποδοτική, παρόλα αυτά, πολλά κράτη  της Ευρώπης προωθούν ολοκληρωμένα προγράμματα κατασκευής σταθμών επαναφόρτισης μπαταριών, υπάρχουν άλλωστε πολλές επιστημονικές και τεχνικές εξελίξεις που  δίνουν κάποιες λύσεις.

Αποθήκευση υγροποιημένου αέρα αντί απλά πεπιεσμένου. Πλεονέκτημα η αποθήκευση π.χ. σε βαρέλια και όχι φυσικούς χώρους (σπηλιές) για αεροφυλάκια. Μειονέκτημα η ανάγκη διαχωρισμού αερίων, π.χ. οξειδίων θείου, για την αποφυγή οξείδωσης. Βέβαια με την χρήση μοντέρνων υλικών, π.χ. ζεόλιθοι, ιοντικά διαλύματα, μεταλλο-οργανικών δικτύων, είναι δυνατός και βιώσιμος ο αποτελεσματικός διαχωρισμός αερίων. Αποθήκευση Φυσικού Αερίου (ΦΑ) σε χώρους εξαντλημένων κοιτασμάτων ΦΑ για ασφάλεια εφοδιασμού.

Σήμερα αρχίζει να θεωρείται σημαντικός τρόπος αποθήκευσης ενέργειας η ηλεκτρόλυση υδρογόνου, το οποίο μπορεί να καταναλωθεί επί τόπου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας βάσης και την σταθεροποίηση του συστήματος. Το πλεονέκτημα είναι ότι «περίσσεια ενέργειας» δεν κοστίζει τίποτα και οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί άνετα για την ενεργοβόρα ηλεκτρόλυση του υδρογόνου. Επιπλέον πλεονέκτημα είναι η παραγωγή χημικών από τα υπόλοιπα της ηλεκτρόλυσης. Σημειώνεται ότι η πρώτη ύλη μπορεί να είναι και θαλασσινό νερό. Μειονέκτημα είναι η ανάγκη σύνθεσης μονάδων με κυψέλες καυσίμου (υδρογόνου).

Άλλος τρόπος είναι η χρήση της περίσσειας ενέργειας από ΑΠΕ για την σύνθεση οξυγονούχων χημικών καυσίμων (π.χ. μεθανόλης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν καύσιμο σε κυψέλες καυσίμων ή και σύνθεσης άλλων χημικών).

Σήμερα επίσης συζητούνται και οικιακές εφαρμογές θερμικής/θερμοχημικής ενέργειας.    



Η μετάβαση στο ηλεκτρικό αυτοκίνητο και η χρήση του ως μέσου αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας και μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου προς το παρόν εμποδίζεται από την περιορισμένη δυνατότητα αποθήκευσης ενέργειας σε συνδυασμό με το μέγεθος της μπαταρίας που μπορεί να τοποθετηθεί μέσα σε ένα αυτοκίνητο.



Επίσης η υιοθέτηση, σήμερα, μαζικής χρήσης ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, θα αυξήσει την ζήτηση ηλεκτρενέργειας, η οποία στη χώρα μας  παράγεται σε μεγαλύτερο βαθμό από ορυκτά καύσιμα.



Καθοριστικό στοιχείο της οικονομικής βιωσιμότητας των συστημάτων αποθήκευσης είναι το κεφαλαιακό κόστος των εγκαταστάσεων, που παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Με εξαίρεση τις εγκαταστάσεις υβριδικών συστημάτων αντλησιοταμίευσης, η οικονομικότητα των συστημάτων αποθήκευσης βασίζεται σε κρατικές επιδοτήσεις.

Για παράδειγμα μέρος των επιδοτήσεων προέρχεται από την εξοικονόμηση πόρων λόγω της μείωσης των περιβαλλοντικών φόρων (π.χ. φόρος άνθρακα που σχεδιάζεται για εφαρμογή ακόμα και στην Ελλάδα) ή εξοικονόμησης εξόδων για την αγορά δικαιωμάτων αερίων ρύπων μέσω ETS (Emissions Trading System) που για ενημέρωση σήμερα σκαρφάλωσαν στα 5.55 ευρώ/δικαίωμα.

Επίσης έσοδα προέρχονται και από την πώληση προϊόντων και παραπροϊόντων των διεργασιών (π.χ. υδρογόνο, αλάτι, άλλα χημικά) αλλά και από την πώληση της δευτερογενούς παραγωγής ενέργειας π.χ. από την καύση του παραγόμενου υδρογόνου. 



Σαν παράδειγμα αναφέρεται ότι ο γερμανικός κολοσσός παραγωγής ενέργειας RWE σήμερα λειτουργεί μονάδα παραγωγής υδρογόνου και σχεδιάζει την κατασκευή νέου. Η παραγωγή, με ηλεκτρόλυση νερού, βασίζεται στην ενέργεια που καταναλίσκεται για να παραμείνουν οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα σε συνεχή λειτουργία. Και από αυτή την σκοπιά επιβεβαιώνεται η απαίτηση του ΣΥΡΙΖΑ για την ενίσχυση και αναβάθμιση του ρόλου των Δημόσιων Επιχειρήσεων στην Ενέργεια



Η αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της ασυνεχούς διαθεσιμότητάς της είναι επιτακτική για την χώρα μας.

Μελέτες της ΡΑΕ έχουν καταδείξει ότι η δημιουργία αποθηκευτικών μονάδων, που θα αξιοποιούν την ενέργεια αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των εθνικών ενεργειακών στόχων και των συναφών ευρωπαϊκών δεσμεύσεων της χώρας που στοχεύουν στην αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο τους.



Παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα το κράτος δεν αντιμετώπισε ούτε αντιμετωπίζει την αποθήκευση ενέργειας με τη δέουσα προσοχή, στα ερευνητικά κέντρα της χώρας διεξάγονται προσπάθειες που σχετίζονται με την αποθήκευση ενέργειας. Ενδείκνυται κρατική υποστήριξη των έργων αυτών.



Τα τρία τελευταία σημεία αποτελούν απαραίτητες προτεραιότητες για το μελλοντικό σχεδιασμό, στο τομέα παραγωγής ενέργειας. Οι νέες άλλωστε ρυθμίσεις της ΕΕ, μέχρι το 2030, για μειώσεις εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου κατά 40%, διείσδυσης των ΑΠΕ κατά 27%, μας βάζουν σε ανάγκη να επανασχεδιάσουμε όλες τις εθνικές πολιτικές για την παραγωγή και κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. 







√ Απόδοση ενέργειας

● Ο συντονισμός της παραγωγής από μη συνεχούς διαθεσιμότητας πηγές με την κατανάλωση μπορεί σε μεγάλο βαθμό να βελτιώσει την ενεργειακή αποδοτικότητα με εκτεταμένες και αξιόπιστες διασυνδέσεις, κυρίως στο Δίκτυο Διανομής στο οποίο συνδέονται οι περισσότερες μονάδες διεσπαρμένης παραγωγής και οι περισσότεροι καταναλωτές, με αποτέλεσμα τη δραστική αλλαγή της απόδοσής τους και των συνθηκών λειτουργίας τους. Στον τομέα αυτό η ΔΕΗ έχει καθυστερήσει σημαντικά



● Μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ στο δίκτυο θα επιτευχθεί με τη μετατροπή των δικτύων από τα υφιστάμενα συμβατικά σε έξυπνα δίκτυα, τα οποία αίρουν σε ένα βαθμό τους τεχνικούς περιορισμούς που σχετίζονται με την ένταξη σταθμών ΑΠΕ στο δίκτυο. Τα έξυπνα δίκτυα είναι αναγκαία για την ενσωμάτωση διεσπαρμένης παραγωγής, έξυπνων συσκευών (έξυπνοι μετρητές), σταθμών επαναφόρτισης οχημάτων για την ενσωμάτωση στο δίκτυο ηλεκτρικών οχημάτων Electrical Vehicle(EV) και υβριδικών  οχημάτων Plug in Hybrid Vehicle (PHEV) και την εξοικονόμηση ενέργειας. Η έρευνα και η ανάπτυξη υψηλού επιπέδου εγχώριας τεχνολογίας στον τομέα αυτό θεωρείται αναγκαία.



● Η ανάπτυξη των διασυνδέσεων είναι καθοριστικής σημασίας για τη μαζική διείσδυση ΑΠΕ στο Ευρωπαϊκό σύστημα(Internal Energy Market, Target Model) και στην ευρύτερη περιφέρεια της Βαλκανικής. Στο Ελληνικό σύστημα οι υφιστάμενες διασυνδέσεις δεν είναι πολύ ισχυρές και απαιτούνται νέες διασυνδέσεις που πρέπει να προωθεί ο ΑΔΜΗΕ με τα προγράμματά του. Η διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα είναι χαμηλή λόγω περιορισμών στα γειτονικά δίκτυα της Βαλκανικής. Η βασική διασυνοριακή διασύνδεση με βάση την οποία η Ελλάδα θα συνδεθεί στο ευρωπαϊκό διασυνοριακό δίκτυο είναι η διασυνοριακή διασύνδεση Ελλάδας –Ιταλίας με υποβρύχιο καλώδιο δυναμικότητας 2000 MW.



Νομοθεσία

 

●  Η διείσδυση ΑΠΕ υψηλού κόστους είχε σοβαρές επιπτώσεις στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ & ΣΗΘΥΑ στη χώρα μας. Την τελευταία διετία το κόστος αυτό διπλασιάστηκε. Ενδείκνυται θεσμοθέτηση συγκεκριμένων κανόνων στην αγορά.



● Τα έσοδα των παραγωγών, όπως αυτά καθορίζονται από την ΟΤΣ και τους Μηχανισμούς της Χονδρεμπορικής Αγοράς που θεσμοθετήθηκαν στο ρυθμιστικό πλαίσιο για αντιστάθμιση των δομικών προβλημάτων της αγοράς, παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις τους από τη ΡΑΕ δεν αντανακλούν τις μεταβολές του κόστους ηλεκτροπαραγωγής, με αποτέλεσμα την έλλειψη κινήτρου για μείωση του κόστους παραγωγής.

● Η λειτουργία του διασυνοριακού εμπορίου διαμορφώνει χαμηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας προς εξαγωγή. Το υφιστάμενο μοντέλο αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχει δυνατότητα βελτιστοποίησης του κόστους ηλεκτροπαραγωγής· ενδείκνυται ο μετασχηματισμός του.



●  Η συμμετοχή των ΑΠΕ στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να γίνεται σε συνθήκες ανταγωνισμού που να αντανακλούν το κόστος της τεχνολογίας. Για την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ πρέπει να οριοθετηθεί η επιδότησή τους και να θεσμοθετηθεί η συμμετοχή τους στον ανταγωνισμό.



● Ο υγιής μετασχηματισμός της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να αποτελεί άμεση εθνική προτεραιότητα προς όφελος των καταναλωτών και της βιομηχανικής ανασυγκρότησης της χώρας.



 Γεωθερμία



Η γεωθερμία είναι συνεχούς διαθεσιμότητας ΑΠΕ. Δεν υπάρχει ηλεκτροπαραγωγή γεωθερμικής προέλευσης στην Ελλάδα.



Γεωθερμικά πεδία υψηλής θερμοκρασίας κατάλληλα για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έχουν εντοπισθεί και ερευνηθεί κατά την δεκαετία του 1980, στη Μήλο και Νίσυρο, νησιών του ηφαιστειακού τόξου του νοτίου Αιγαίου, που διαθέτουν ισχύ πλέον των 250 MWe και αναμένουν αξιοποίηση.

Τα πεδία υψηλής ενθαλπίας αυτά παρουσιάζουν θερμοκρασίες που φθάνουν τους 350οC.

Ενδιαφέροντα πεδία έχουν επίσης εντοπισθεί στο Νέστο, στο Δέλτα του Έβρου, στη Σαμοθράκη και τη Χίο.

Καβάλα, Σέρρες, Λέσβο και Σουσάκι (μερικά από αυτά) εμφανίζουν θερμοκρασίες της τάξη 40-90 C 0



Η διαγωνιστική διαδικασία για την εκχώρηση των πεδίων αυτών για έρευνα και αξιοποίηση ευρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη.

Το θεσμικό πλαίσιο της χώρας είναι ικανοποιητικό και σύγχρονο για να προσελκύσει επενδύσεις στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής από γεωθερμικές πηγές, αλλά και για την αξιοποίηση πεδίων χαμηλότερων θερμοκρασιών για άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες όπως είναι η τηλεθέρμανση και ο γεωργικός τομέας.

Μιλάμε όμως για γεωθερμικά πεδία και όχι για την αβαθή «γεωθερμία» που απλά εκμεταλλεύεται την διαφορά θερμοκρασίας που υπάρχει μεταξύ της επιφανείας του εδάφους και του υπεδάφους. Μια ενεργειακή πηγή που μπορεί να αξιοποιηθεί για θέρμανση οικιών, οικισμών ή για γεωργικές εφαρμογές (θερμοκήπια, ξηραντήρια κλπ)



Σημαντική παράμετρος ή παράγοντας παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας αποτελεί η  ενεργειακή αξιοποίηση απορριμμάτων και αποβλήτων. Σήμερα προωθείται ένα σχέδιο ΣΔΙΤ με την καύση σύμμεικτων απορριμμάτων και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Το σχέδιο αυτό βέβαια αντίκειται στην άποψη του ΣΥΡΙΖΑ και για αυτό επίκειται μια νέα ολοκληρωμένη πρόταση ενεργειακής αξιοποίησης των απορριμμάτων.



Σωστό σχέδιο διαχείρισης αποτελεί η εξοικονόμηση, στην πηγή, ανακύκλωση, παραγωγή βιοαέριου και τελικά ασφαλής διάθεση. Το βιοαέριο παράγεται από το οργανικό οικιακό υπόλειμμα, τη βιολάσπη των Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων, ζωικά και γεωργικά απόβλητα κλπ. Ανάλογα με την ποιότητα του διακρίνεται σε αέριο χωματερής, βιοαέριο και βιομεθάνιο. [Το βιομεθάνιο είναι η εξευγενισμένη μορφή του βιοαέριου, με διαχωρισμό και σύλληψη του διοξειδίου του άνθρακα. Η ποιότητα του είναι ίδια με την ποιότητα του φυσικού αερίου που διανέμεται μέσω των αγωγών (pipe quality)].   



Το βιοαέριο χρησιμοποιείται για παραγωγή ενέργειας και το βιομεθάνιο χρησιμοποιείται (όπως και το φυσικό αέριο) για την κίνηση οχημάτων. Στην Στοκχόλμη τα λεωφορεία της πόλης κινούνται αποκλειστικά με την χρήση εγχώρια παραγόμενου βιο-μεθανίου. Και οι τελευταίες εξελίξεις:

Η πολιτεία της Καλιφόρνια άρχισε την εφαρμογή ενός προγράμματος για την προώθηση της υδρογονο-κίνησης δημόσιων και ιδιωτικών οχημάτων. Ο δήμαρχος του Λονδίνου, στο πλαίσιο της εκστρατείας για καθαρότερη ατμόσφαιρα της πόλης, εξήγγειλε ένα πρόγραμμα που μεταξύ των άλλων περιλαμβάνει την απομάκρυνση όλων των βενζινοκίνητων και πετρελαιοκίνητων οχημάτων από το κέντρο του Λονδίνου και την μετατροπή των λεωφορείων και των ταξί του Λονδίνου σε ένα στόλο οχημάτων που θα κινούνται με βιοαέριο, υδρογόνο και βέβαια ηλεκτρισμό. Σημειώνουμε ότι για την ηλεκτροκίνηση μέρους των οχημάτων του Βερολίνου (που είναι πολύ μικρότερου από το Λονδίνο) χρειάζεται να τοποθετηθούν 256.000 σημεία τροφοδοσίας!  



  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου