Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Η προσέγγιση των σύγχρονων κοινωνιών από την πολιτική

• «Η μόνη περίπτωση για να πετύχεις κάτι στην Ελλάδα  δεν είναι να δοκιμάσεις μια παλαβή αριστερίστικη ριζοσπαστική επανάσταση και μετά να αποτύχεις και στη συνέχεια να έχεις μια καλή ιστορική ανάμνηση..»Σλοβένος Φιλόσοφος Σλαβόϊ Ζίζεκ.(Η  Εφ. Συντ. 28-29/06/2014)
• «Είναι ο δρόμος της αριστερής πολιτικής: Μια πολιτική  που δεν συγκροτείται μιντιακά και κοντόφθαλμα, αλλά θα οικοδομεί σοβαρά και με περίσκεψη το επόμενο βήμα, μετά την εθνικοποίηση των τραπεζών, μετά την ανάληψη των στρατηγικών τομέων της οικονομίας από τους εργαζόμενους και τους θεσμούς, που πρέπει να συγκροτήσουν και μετά την αναπόφευκτη σύγκρουση με τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό» Σεραφείμ Σεφεριάδης Πανεπιστημιακός (Η Εποχή 29/06/2014)
."Στη σημερινή κατάσταση δεν φαίνεται με ποιον τρόπο θα ανατρέψουμε την επιλογή της λιτότητας, που κάνει τους λαούς του ευρωπαϊκού Νότου να υποφέρουν-και όχι μόνο αυτούς. Οι μόνες φωνές που σε ένα βαθμό αντιτίθενται σ'αυτήν την κατάσταση είναι,ακριβώς, η φωνή του ισχυρού ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, αλλά μεμονωμένου, και η φωνή του κυβερνήτη της ΕΚΤ, Ντράγκι, από την οποία δεν λείπει η αμφισημία". (Ροσάνα Ροσάντα Εποχή,06/07/2014) 
• «Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πέσει στις δαγκάνες της κεντροαριστεράς, αν την αφήσουμε να ανασυγκροτηθεί, αν αδιαφορήσουμε για το σχέδιο ανασυγκρότησης του μεσαίου χώρου, αν κάνουμε πως δεν είδαμε το συστημικό σχέδιο για το Ποτάμι, αν κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε γιατί βάζουν διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας αυτόν που έβαλαν. Πρέπει όμως να προσέξουμε για την αυτοδυναμία, γιατί μπορεί να καταλήξουμε να πηγαίνουμε ξανά και ξανά σε εκλογές και τελικά να χάσουμε το στίγμα μας» Αλ. Τσίπρας, από το κλείσιμό του στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ (22/06/2014).
Είναι προφανές από τα παραπάνω, ότι άνοιξε ξανά, στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ και ευρύτερα, η συζήτηση για το πριν και το μετά των επερχόμενων εθνικών εκλογών με επίκεντρο το κρίσιμο ερώτημα, τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η συζήτηση έχει έκταση και βάθος και αφορά, στην τακτική, με την οποία  θα πορευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ από τώρα μέχρι της εκλογές, στον τρόπο διαχείρισης της κυβερνητικής εξουσίας,- αν την κατακτήσει, στην αναζήτηση ενός προγράμματος διακυβέρνησης, που θα συνδυάζει τον ριζοσπαστισμό και το ρεαλισμό - αν μπορούν να συνδυαστούν, στη διερεύνηση των δυνατοτήτων, για τη διαμόρφωση των αναγκαίων συμμαχιών στο «πολιτικό» και στο «κοινωνικό»-αν υπάρχουν, στην εξέταση βάθους των κοινωνιολογικών χαρακτηριστικών για την προσέγγιση της ελληνικής κοινωνίας, στην επεξεργασία των απαραίτητων άμεσο-μέσο-μακροπρόθεσμων μεταρρυθμίσεων, που θα διασφαλίσουν μια σταθερή και ομαλή διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας.
Για να αντιμετωπιστούν άμεσα τα δύο μεγάλα κρίσιμα προβλήματα, της διαπραγμάτευσης εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και της μακρόχρονης από-επένδυσης που μαζί με την ανεργία μαστίζουν την ελληνική οικονομία. Παράλληλα θα προωθούνται  με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, οι προσχεδιασμένες φάσεις της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, οι μεταρρυθμίσεις για την οικονομική, θεσμική και κοινωνική ανόρθωση της χώρας, η συγκρότηση ενός νέου σύγχρονου παραγωγικού προτύπου, και η χάραξη μιας ριζοσπαστικής πολιτικής παρέμβασης στην Ευρώπη.
Στη σοβαρή αυτή συζήτηση συμμετέχουν και αντιπαρατίθενται απόψεις διανοουμένων, οικονομολόγων, πολιτικών, δημοσιογράφων και αναλυτών, από το εσωτερικό, την Ευρώπη και τον κόσμο (ΗΠΑ, Κίνα), την  άρχουσα ευρωπαϊκή ελίτ που παρεμβαίνει δραστικά και προκλητικά κατά καιρούς, τις αγορές και τους διεθνείς οικονομικούς ρυθμιστές (ΔΝΤ, Οίκοι αξιολόγησης), ενώ πολλοί περισσότεροι ανά τον κόσμο παρακολουθούν τις εξελίξεις των Ελληνικών πολιτικών και οικονομικών πραγμάτων, συγκρίνουν την ελληνική περίπτωση με άλλες εξελίξεις χωρών προτείνουν διεξόδους  με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Όλες όμως οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις ή οι απόψεις που διαμορφώνονται στο πολιτικό στερέωμα εσωτερικό και διεθνές, υποστηρίζονται μόνο από τα τρέχοντα εκλογικά αποτελέσματα, τις υποδείξεις των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, τις πολιτικές αναλύσεις και εκτιμήσεις των κομμάτων και τις κινητοποιήσεις των διαφόρων κοινωνικών κατηγοριών εργαζομένων, τις παρεμβάσεις των Βρυξελλών και του Βερολίνου και των διεθνών οικονομικών κέντρων. Πάντως οι  δυναμικές  που διαμορφώνονται σύμφωνα με τη σημερινή πραγματικότητα στην Ελλάδα είναι δύο. Η μία από το ΣΥΡΙΖΑ και από τις κινητοποιούμενες κατηγορίες πολιτών και η άλλη από τις δυνάμεις που στηρίζουν τη συμμαχική κυβέρνηση, τα συστημικά μέσα ενημέρωσης και την άρχουσα ευρωπαϊκή και διεθνή ελίτ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ στην πρόσφατη απόφαση της Κεντρικής του Επιτροπής, πέραν από τα ανοίγματα που επιχείρησε προς τα δεξιά και αριστερά του, προς  τις δυνάμεις της ευρύτερης αριστεράς, έκανε ένα βήμα παραπάνω και απευθύνθηκε πολύ ορθά κατά τη γνώμη μου, «σε όλο τον ελληνικό λαό, όποια και αν ήταν η μέχρι σήμερα πολιτική του προτίμηση, τους πολίτες που δοκιμάζονται καθημερινά, που αγωνιούν, που δεν αντέχουν άλλο, που αναζητούν την ελπίδα με ένα ελάχιστο πρόγραμμα. Και με την προοπτική του νέου συνασπισμού εξουσίας σε μια αριστερή κατεύθυνση».
Από την απέναντι όχθη η μνημονιακή συμμαχία απευθύνεται και αυτή στο λαό, αναγνωρίζει τις θυσίες του, ισχυρίζεται ότι επέτυχε πράγματα ακατόρθωτα, όπως το πρωτογενές πλεόνασμα, μοιράζει "κοινωνικά μερίσματα" και  πενιχρές επιδοτήσεις σε επιλεγμένες κατηγορίες, μεθοδεύει άλλες μισθολογικές επαναφορές (δικαστικούς ένστολους) και υπόσχεται πρόοδο και επιτυχίες από εδώ και εμπρός, χωρίς άλλα επώδυνα μέτρα, αν συνεχισθεί η πολιτική της, που για να αποδώσει προϋποθέτει την εξάντληση της τετραετίας.
Στον μεσαίο χώρο, το ΠΑΣΟΚ συντηρείται πολιτικά μέσω της συμμετοχής του στην Κυβέρνηση και διαμηνύει στον ελληνικό λαό ότι αποτελεί «εγγύηση προόδου»,  ενώ παραπαίουν τα υπόλοιπα κόμματα (ΔΗΜΑΡ, ΕΝΕΛ) και προωθείται το Ποτάμι  ως νέα συμπληρωματική δύναμη, που θα παίξει ρόλο «back up», δηλαδή επικουρικής συστημικής προστασίας. Στο φασιστικό άκρο, η χρυσή αυγή «ραβδίζεται» για λόγους διαπαιδαγώγησης και επανενσωμάτωσης.
Το χαρακτηριστικό όλων ανεξαιρέτως των παρεμβάσεων είναι ότι πραγματοποιούνται ερήμην του ελληνικού λαού. Δεν τον υπολογίζει κανείς, εμπαίζεται προκλητικά με τις ασκούμενες μνημονιακές πολιτικές, ιδιαίτερα στη φορολογία (έκτακτες εισφορές, φορολόγηση  κατοικιών), ενώ το κύριο βάρος της κρίσης το πληρώνουν οι εν γένει κρατικοδίαιτοι μισθωτοί, συνταξιούχοι και μικρο επιχειρηματίες που συναλλάσσονται με το δημόσιο. Όλη η Αριστερά από την άλλη μεριά υπόσχεται «καλύτερες μέρες» ενωρίτερα ή αργότερα.
Προφανώς τα κόμματα που σήμερα λειτουργούν σε συνθήκες ακραίας πόλωσης και συνθημάτων, προσφιλές άλλωστε πολιτικό άθλημα στη χώρα μας, δεν έκαναν καμία απολύτως προσπάθεια, πριν εξαγγείλουν πολιτικές, πριν οργανώσουν παρεμβάσεις, πριν υποστηρίξουν αιτήματα και διεκδικήσεις,  να αναλύσουν τις συνθήκες οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνίας και της πραγματικής οικονομίας, τις διαθέσεις, τις επιλογές και τους εξαναγκασμούς των διαφόρων στρωμάτων και κατηγοριών, την κραυγαλέα ανισοκατανομή των φορολογικών βαρών και τις κοινωνικές επιπτώσεις της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής στα διάφορα κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες, τις κοινωνιολογικές επιπτώσεις της κρίσης. Το σύστημα πελατειακών σχέσεων και τη διαχρονική παραβατικότητα που οργιάζουν στην γκρίζα ζώνη της παραοικονομίας. Την ασύδοτη και προκλητική εύνοια του δημοσίου προς τους έλληνες ολιγάρχες που συντηρούν και σήμερα τη συναλλαγή, τη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, τη διαρροή εκτός συνόρων κρίσιμων για την εθνική οικονομία συναλλαγματικών πόρων. 
Με αυθαίρετο και αποσπασματικό τρόπο, χαράσσουν πολιτικές, με αποτέλεσμα το κόστος των επιπτώσεων της κρίσης να είναι κατάφορα άδικο και εκατομμύρια συμπολίτες μας να βρίσκονται σε συνθήκες ακραίας φτώχιας και εξαθλίωσης. Στο αντικοινωνικό και άδικο αυτό παιχνίδι, δυστυχώς εμπλέκεται  και η αριστερά. Ένα παράδειγμα κατάφορης άνισης μεταχείρισης είναι χαρακτηριστικό. Οι πολιτικές εργατοώρες που διατέθηκαν για την υπεράσπιση συγκεκριμένων και δυναμικών συντεχνιακών διεκδικήσεων, σε σύγκριση με αυτές που διατέθηκαν για το ένα εκατομμύριο διαχρονικά ανέργους συμπολίτες μας, που βρίσκονται στο έλεος της φτώχειας και της εξαθλίωσης περισσότερο από ένα χρόνο, είναι προκλητικά ενοχλητική.
Επιβάλλεται επομένως μια τεκμηριωμένη σφαιρική και σε βάθος κοινωνιολογική ανάλυση της σημερινής κατάστασης της ελληνικής κοινωνίας στο ηθικό, πνευματικό και υλικό επίπεδο. Τα τελευταία τριάντα χρόνια η Αριστερά στην Ελλάδα δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με την κοινωνιολογική ανάλυση για την κατανόηση των διαθέσεων, των ενεργειών και των επιλογών  του σύγχρονου Έλληνα, άνδρα και γυναίκας. Άρα και η πολιτική που επεξεργάζεται ή οι συμμαχίες που αναζητάει ή το είδος και η ποιότητα εξουσίας που θα ασκήσει σε κυβερνητικό επίπεδο, είναι στον αέρα και αποτέλεσμα αντιεπιστημονικού πολιτικού εμπειρισμού. Για αυτό πρέπει οπωσδήποτε:
• Να μελετηθούν και να εκτιμηθούν στο ηθικό πεδίο, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μεγαλύτερου μέρους της  κοινωνίας της κρίσης, στο επίπεδο  των αρχών και των  αξιών. Η αλλοτρίωση που διαποτίζει το σύγχρονο Έλληνα, το αντικοινωνικό «εγώ» του, αντί του αλληλέγγυου «εμείς», η αποξένωση, η βία και η επιθετικότητα που εμφανίζει, η απάθεια που τον διακρίνει στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το ρατσισμό, ο ατομικισμός και η πολιτική αδιαφορία του, η  ανοχή του στην υποκουλτούρα και τη σπατάλη που του καλλιεργούν τα μέσα ενημέρωσης.
• Να αξιολογηθούν στο πνευματικό επίπεδο, το έλλειμμα της γενικής παιδείας και του πολιτισμού, η τάση αποδυνάμωσης του επιπέδου της βασικής παιδείας, η πνευματική μονομέρεια και οι φανατισμοί παντός είδους, ιδεολογικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί, θρησκευτικοί, η έντονη παθητικοποίηση που διακρίνει τον Έλληνα, η ροπή προς τον άκρατο καταναλωτισμό και τον τζόγο παντός είδους, η ανοχή στην εμπορευματοποίηση της παιδείας της υγείας, της επιστήμης και της τέχνης. Η ανάδειξη των πλεονεκτημάτων του  «τοπικού» σε σχέση με το «κλαδικό», ως του πιο συγχρόνου και αποτελεσματικού κοινωνικού κυττάρου  για την πρόοδο, την αλληλεγγύη, την προστασία του περιβάλλοντος, την ποιότητα ζωής στις τοπικές κοινωνίες.Η εποχή των κλαδικών διεκδικήσεων αποδυναμώνεται σταδιακά και στη χώρα μας
• Να αντιμετωπιστούν, οι επιπτώσεις της διαχρονικής ανεργίας, της μετανάστευσης και της από-συσσώρευσης πληθυσμού από τα μεγάλα αστικά κέντρα προς την περιφέρεια, οι διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με την προστασία  του φυσικού περιβάλλοντος, την αδιαφορία για τη διαχείριση των σκουπιδιών, τη ρύπανση και τις μολύνσεις, την υπεράσπιση των επιλογών για την κλιματική αλλαγή, τη νέα σχέση οικονομίας και οικολογίας.
Τα ριζικά αντίθετα πρότυπα οικονομικών, ενεργειακών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιλογών μεταξύ νησιωτικής χώρας και της κεντρικής, η αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών ιδίως στους νέους, η ανθρωπιστική διαχείριση των σύγχρονων εγκληματικών συμπεριφορών του  κοινού εγκλήματος στο διαδίκτυο, στα σχολεία, στην εκμετάλλευση ανηλίκων, οι καταστροφές και οι βία στους δρόμους  στα κτίρια και οι επιθέσεις σε αθώους πολίτες, οι κοινωνικές επιπτώσεις από τις σύγχρονες μορφές τρομοκρατίας και του ακραίου φονταμενταλισμού.
Μόνον με την επιστημονική τεκμηρίωση και την ιδεολογική προσέγγιση της σημερινής, ριζικά διαφορετικής ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με το παρελθόν, με βάσει τις κοινωνικές διεργασίες που αναφύονται από τα πραγματικά και μεγάλα συσσωρευμένα προβλήματά της, η Ριζοσπαστική Αριστερά, εν προκειμένω ο ΣΥΡΙΖΑ,  θα αποκτήσει εκτός από τις πολιτικές εκτιμήσεις του, γνώση κοινωνιολογική, ώστε ο ρόλος του να είναι παιδευτικός και εκπολιτιστικός στη δύσκολή περίοδο, που η χώρα μαστίζεται από την πολύμορφη κρίση αρχών αξιών οραμάτων και προσώπων. Το μέγα πρόβλημα δεν είναι να κυβερνήσεις δια των εκλογών ή  της τεχνικής της εξουσίας, αλλά να ανεβάσεις την πολιτιστική, εναλλακτική και αξιακή συγκρότησή της κοινωνίας, όταν θα ασκείς κυβερνητική εξουσία. Διαφορετικά δεν έχει νόημα η  συντηρητική διαχείρισή  της οποιαδήποτε μορφής εξουσίας.
Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ιδεολογικοπολιτικές εκτιμήσεις θα παραθέσω μερικά κρίσιμα συμπεράσματα που προφανώς υπόκεινται σε δημόσια κριτική.

α) Το προφίλ ενός σύγχρονου Έλληνα, άνδρα ή γυναίκας, εμφανίζει πολλαπλές και αλληλοσυγκρουόμενες αντιφάσεις και αβεβαιότητες σε ηθικό, πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η πολιτική συγκρότηση του σήμερα, κάτω από τις υφιστάμενες πραγματικές  συνθήκες,  περιορίζει τις επιλογές του στο πλαίσιο μιας αποσπασματικής πολιτικής διαφοροποίησης και τις οριοθετεί μέχρι την πολιτική πρακτική της αρνητικής ψήφου ή την πρόσκαιρη "ανοχή κατ' ανάθεση". Στη μεγάλη πλειοψηφία τους οι Έλληνες δεν εμφανίζουν τάσεις για ριζοσπαστικές ή ανατρεπτικές ρήξεις  προς τα αριστερά.

β) Η  κοινωνική δυναμική που αναπτύχθηκε τα χρόνια της κρίσης, συνθέτει πράγματι μια "πολιτική και κοινωνική κινητικότητα" που εκτείνεται όμως σε παλαμοειδή διάταξη και σε καμία περίπτωση δεν κατευθύνεται συγκροτημένα μόνο προς τα αριστερά. Δεν αποτελεί επομένως αξιόπιστο δείγμα για σοβαρές πολιτικές  εκτιμήσεις.

γ) Η θεμελιακή αντίθεση των Ελλήνων προς το ισχύον πολιτικό σύστημα επικεντρώνεται κυρίως στη ανατροπή της σημερινής  πολιτικοοικονομικής συγκυρίας  και οι επιδιώξεις της πλειοψηφίας  βαρύνουν πολιτικά προς την επαναφορά της προηγούμενης "κατάστασης πραγμάτων" του εύκολου δανεισμού, της άνετης κατανάλωσης και της ανέφελης πορείας.

Δια ταύτα ο δρόμος προς "την ανατροπή", είναι δύσκολος δρόμος, δύσβατος, ανηφορικός και ολισθηρός, χωρίς βεβαίως η εκτίμηση αυτή να παρασύρει προς την εύκολη και απλοϊκή δογματική ανάλυση, με βάσει την οποία η τακτική πολιτική δράση ταυτίζεται με τη στρατηγική επιδίωξη και άρα η Αριστερά πρέπει να περιμένει τη "δεύτερη ιδεολογοπολιτική παρουσία" για να δράσει.

Προφανώς χρειάζεται πείσμα, σύνεση, διαρκής αγώνας κοινωνικός, ιδεολογικός και πολιτικός, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη,  για την ανατροπή των όρων  της ηγεμονίας, μέσω και της κατάκτησης της κυβερνητικής εξουσίας, διότι η Αριστερά έχει απέναντί της ένα πανίσχυρο παγκόσμιο σύστημα που διατηρεί εδώ και τέσσερις αιώνες την ηγεμονία.       
           

       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου