Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Ποιο είναι το μέλλον της Ευρώπης



Η ιστορική ανέλιξη

Έχει περάσει μισός αιώνας από τη συγκροτήσει της Ευρώπης, πρώτα  ως Ευρωπαϊκή Κοινότητα  και στη συνέχεια ως Ευρωπαϊκή Ένωση. Προφανώς η θεωρία των μικρών βημάτων του Ζαν Μονέ στην οικοδόμησή της Ενωμένης Ευρώπης «των εταιρικών  κρατών» συνεχίζεται. Το 2014  το € ανέκαμψε, οι αγορές ηρέμησαν, η Ε.Ε οδεύει προς τις εκλογές για  την ανάδειξη των νέων συσχετισμών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για πρώτη φορά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαθέτει εξουσία για να  εκλέξει τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και όπως δείχνουν τα πράγματα, η Ε.Ε θα αποκτήσει το 2014, κοινούς κανόνες για την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής στα κράτη – μέλη καθώς και Ένωση  Ευρωπαϊκών Τραπεζών.   

Όμως ένας προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει εύκολα, έστω και αν ο κίνδυνος της κατάρρευσης του € έχει παρέλθει, ότι τα μεγάλα προβλήματα της Ένωσης, όπως η αύξηση της ανεργίας, το χάσμα ανάπτυξης μεταξύ Βορρά  Νότου και η κρίση χρέους, και η στασιμότητα δεν έχουν αντιμετωπιστεί.

Ακόμη οι «επιστροφές στις αγορές» των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, αρχής γενομένης από την Ιρλανδία, μετά την Πορτογαλία και ενδεχομένως συντόμως και με την Ελλάδα, δεν αλλάζουν το γενικό κλίμα, της αβεβαιότητας, των  χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης, των χρεών των ελλειμματικών χωρών, αλλά και τις παντός είδους αμφισβητήσεις των ευρωσκεπτικιστών, Αριστερών δεξιών και ακροδεξιών, που συμβαδίζουν με τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ε.Ε. Προβλήματα σχετικά με  την υπόσταση  και το μέλλον της,  όπως το Ενεργειακό, οι απώλειες θέσεων στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, η αυξημένη ανεργία, η απορρύθμιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου και το υψηλό  για τα μέτρα της Ευρώπης επίπεδο φτώχειας σε πολλές  χώρες της περιφέρειας της Ε.Ε και όχι μόνο σε αυτές.


Δείγματα γραφής που χαρακτηρίζουν το σχίσμα της σημερινής Ευρώπης είναι δύο. Το ένα δείγμα, το σηματοδοτούν οι χώρες του Βορρά με επικεφαλής τη Γερμανία, η οποία καλπάζει οικονομικά στο πλαίσιο της συντηρούμενης  ανισόμερης ανάπτυξης της Ε.Ε και το άλλο, είναι αυτό  που συνδιαμορφώνουν οι χώρες της ελλειμματικής περιφέρειας της Ευρώπης, με ακραίο παράδειγμα προς αποφυγήν, την Ελλάδα, η οποία αποτελεί το εκ διαμέτρου αντίθετο της Γερμανίας και πραγματικό «βαρίδι» της ευρωζώνης, με τρία πολύ μεγάλα και δισεπίλυτα προβλήματα. Δημόσιο Χρέος 175% ως προς το ΑΕΠ, ανεργία 30% και συνθήκες διαρκούς  από-επένδυσης, που δεν μπορεί για αρκετό χρονικό διάστημα να ανατραπούν, αν δεν υπάρξει εξωτερική  βοήθεια.

Η πραγματική διάσταση της κρίσης

Όλα όσα προαναφέρθηκαν δεν εξηγούνται εύκολα, αν δεν αναλυθεί σε βάθος η κρίση του υπαρκτού θεσμικού αρχιτεκτονικού ελλείμματος της Ε.Ε, που λειτουργεί καταλυτικά στο ευρωπαϊκό οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, διαμορφώνει συσχετισμούς και προκαλεί αντιπαραθέσεις μεταξύ εναλλακτικών πολιτικών απόψεων. Το 2009 αποκαλύφθηκαν στις συνθήκες της κρίσης χρέους, οι κραυγαλέες θεσμικές ελλείψεις, οι κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις και τα εναλλακτικά σχέδια, στο πεδίο των οποίων διεξάγεται η πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση στην Ευρώπη. Δεν μπορεί να δικαιολογηθεί πλέον η κρίση,  με την επιφανειακή προπαγάνδα «των τεμπέληδων και των σπάταλων Νοτιοευρωπαίων» που ζουν πάνω από τις δυνατότητες τους και υπονομεύουν τη δημοσιονομική σταθερότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Η πραγματική διάσταση της κρίσης αναδύεται μέσα από μια μακρά και  πολύπλοκη ιστορική πορεία, με διαρκείς αναδιαρθρώσεις ενός ασταθούς και πολύ-επίπεδου θεσμικά συστήματος, που κινείται μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και κοινοτικής διακυβέρνησης. Όσο η πορεία εμφάνιζε γραμμική εξέλιξη, τα ευρωπαϊκά πράγματα έβαιναν «καλώς». Με την χρηματοοικονομική κρίση του 2008, η εξέλιξη της ευρωπαϊκής πορείας έγινε μη γραμμική και αναδύθηκαν οι θεσμικές ελλείψεις, η ανισόρροπη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα, οι τριβές και οι αντιθέσεις που τη συνοδεύουν. Η χρεοκοπία της Ελλάδας το 2009 ήταν η «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι» και άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Ο κλυδωνισμός  που προκλήθηκε στην νεοφιλελεύθερη και  από  παράδοση μονεταριστική Ευρώπη στη φάση της κρίσης, προκάλεσε πανικό. Τότε αναζητήθηκε από την άρχουσα ευρωπαϊκή ελίτ, προφανώς και με τη συναίνεση των 26 συντηρητικών κυβερνήσεων της Ένωσης, επειγόντως  συνδρομή των διεθνών κέντρων οικονομικής διαχείρισης.

Βαρύ το κόστος για την Ελλάδα

Το ΔΝΤ, εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη και ανάλαβε δράση μαζί με την Ε.Ε και την ΕΚΤ  (Τρόικα), με πρώτο πειραματόζωο την Ελλάδα που συνέβαλε και αυτή ενθέρμως στην διείσδυση του ΔΝΤ στα οικονομικά πράγματα της Ευρώπης. Το ένα εκ των δύο ισχυρών κομμάτων του δικομματισμού η Ν.Δ, αντέδρασε αρχικά στην εφαρμογή της επώδυνης και αδιέξοδης μνημονιακής πολιτικής στην Ελλάδα, στη συνέχεια όμως, τα νεοφιλελεύθερα ευρωπαϊκά κέντρα άσκησαν πιέσεις και επανέφεραν το συντηρητικό κόμμα της Ν.Δ «στον ίσιο δρόμο» και στην εξουσία.

Παράλληλα  συνέβαλαν στη συγκρότηση ισχυρού μνημονιακού μπλοκ δυνάμεων στην Ελλάδα,  με τρία κόμματα αρχικά που στη συνέχεια «σταθεροποίησαν» μέσω δύο εκλογικών αναμετρήσεων το 2012 την πολιτική κατάσταση της χώρας με την ισχυρή συμμαχία ΠΑΣΟΚ, ΝΔ.  Έκτοτε η Ελλάδα κινείται στον αστερισμό των προγραμμάτων λιτότητας και αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας που οδήγησαν την ελληνική οικονομία σε απώλεια του 25%  του ΑΕΠ. Αυτή είναι και η ευθύνη που βαρύνει συλλογικά την άρχουσα ελίτ των Βρυξελών και τις ελληνικές μνημονιακές κυβερνήσεις για το Ελληνικό ζήτημα. Πρακτική που δοκιμάζεται και αναδεικνύει μια νέου τύπου συσπείρωση και ισχυροποίηση του συντηρητικού μπλοκ των σοσιαλδημοκρατικών και δεξιών δυνάμεων  ευρύτερα σε επίπεδο Ε.Ε, που δεν πρέπει να υποτιμηθεί όπως έδειξε το πείραμα στην Ελλάδα.  

Οι Ελληνικές μνημονιακές κυβερνήσεις και η Τρόικα χειρίστηκαν από κοινού τη συντεταγμένη χρεοκοπία της Ελλάδας, με τρόπο που διασφάλισε, την απομόνωση της μολυσμένης ελληνικής οικονομίας, υποβοήθησε τις εκτεθειμένες Τράπεζες της Γερμανίας και της Γαλλίας να απαλλαγούν από τα τοξικά ελληνικά ομόλογα, και στη συνέχεια στη μεταφορά μέρους από το τεράστιο ελληνικό χρέος (250 δις €), που δημιουργήθηκε με τη συγκεκριμένη πολιτική, στις πλάτες των ευρωπαίων φορολογουμένων. Την πολιτική αυτή τη στήριξε το νέο-συντηρητικό μπλοκ δυνάμεων σοσιαλδημοκρατών, χριστιανοδημοκρατικών και φιλελεύθερων. Είναι ευνόητο ότι το μεγάλο θύμα από αυτή την πολιτική, ήταν ο Ελληνικός λαός, που κατέβαλε βαρύτατο κόστος, που από τη φάση του υπερδανεισμού και της υπερκατανάλωσης πέρασε βιαίως στην σκληρή και ισοπεδωτική δημοσιονομική εξυγίανση της Ελλάδας με άκρως μονεταριστική πολιτική και άγρια λιτότητα, μέσω των περιβόητων δύο προγραμμάτων προσαρμογής.

Μεγάλος ωφελημένος η Γερμανία

Στην έναρξη της περιόδου  της κρίσης χρέους της Ένωσης, η μόνη χώρα που είχε ρυθμίσει εγκαίρως, με προγενέστερη λιτότητα  τα δημοσιονομικά πράγματα του οίκου της, ήταν η Γερμανία. Με αυτό τον τρόπο στη φάση της κρίσης και της όξυνσης της ανισομερούς ανάπτυξης, η Γερμανία «αξιοποίησε» ως συγκριτικά της πλεονεκτήματα, τους πόρους της ευρωπαϊκής οικονομίας, την εξαγωγική εξειδίκευση της βιομηχανίας της και το ευνοϊκό ανταγωνιστικό περιβάλλον που δημιούργησε με το δικό της “success story” μέσω  μιας δεκαετούς  περιόδου λιτότητας (Agenda 2010), και απογειώθηκε οικονομικά και εξαγωγικά, μέσω προφανώς ενός προσαρμοσμένου έξυπνα κοινωνικού dumping, στις συνθήκες της κρίσης. Επέτυχε ακόμη και να δανείζεται με αρνητικό επιτόκιο από τις χρηματαγορές, σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που υπέστησαν τα υψηλά επιτόκια και την κερδοσκοπία των αγορών.

Στο νέο αυτό Γερμανικό ηγεμονικό περιβάλλον, υπήρξε στις αρχές της κρίσης, μια χλιαρή αντίδραση από τη Γαλλία και την τότε Γαλλίδα Υπουργό Οικονομικών Κριστίν Λανγκάρντ. Έκτοτε και προφανώς λόγο παντελούς έλλειψης εναλλακτικών  κοινοτικών πολιτικών αλληλεγγύης, της αναγκαστικής, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, εισόδου της Ε.Ε στον σκληρό διεθνή ανταγωνισμό, αλλά και των ευρύτερων σταθερών συντηρητικών συσχετισμών δύναμης στις  περισσότερες κυβερνήσεις των  κρατών  μελών της Ένωσης, που ούτε αντιδρούν, ούτε αντιμετωπίζουν  το ενδεχόμενο να υποστηρίξουν εναλλακτικές μορφές οργάνωσης και ανάπτυξης του υπερεθνικού οικοδομήματος της Ένωσης, επικράτησε ο  «Μερκελισμός», ο οποίος, για να του αποδίδουμε με ακρίβεια την πραγματικότητα, υποδηλώνει, τη νέα μορφή συντηρητικών πολιτικών συσπειρώσεων που εμφανίζονται στην Ε.Ε.

Με τη σταθερή άρνηση τους για μια «επανεκκίνηση της Ευρώπης» και την έμμεση  κάλυψη  των θεσμικών ανισορροπιών  που επικρατούν μεταξύ της εθνικής κυριαρχίας και της κοινοτικής διακυβέρνησης και μεταξύ του εθνικού συμφέροντος και της κοινοτικής αλληλεγγύης. Πολιτικές επιλογές, συντηρητικού χαρακτήρα με ευρύτερη πολιτική στήριξη, οι οποίες όμως τροφοδοτούν με τη σειρά τους έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, τριβές και συγκρούσεις, αστάθεια και αβεβαιότητα και τελικώς  το σχίσμα μεταξύ της Ευρώπης των πλουσίων και της Ευρώπης των φτωχών.

Έτσι όχι μόνο δεν δημιουργούνται  προϋποθέσεις νέας  «θεσμικής επανεκκίνησης» που ζητάει η Ευρωπαϊκή Αριστερά, έστω και καθυστερημένα σήμερα,  αλλά αντιθέτως από τους δύο κεντρικούς πυλώνες ισορροπίας της Ένωσης, της «Κοινωνικής  Ευρώπης» και του «ενιαίου νομίσματος» ο ένας έγινε κυρίαρχος και επέβαλλε πειθαρχίες και  μονεταριστικές πολιτικές και ο άλλος αποδυναμώθηκε και από- δομείται,  διαλύοντας  το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο. Επιπροσθέτως ευνοούνται τριβές και αντιπαραθέσεις μεταξύ των κρατών-μελών, στασιμότητα στην πορεία της Ε.Ε, ευρωσκεπτικισμός στην ευρωπαϊκή κοινωνία που τροφοδοτεί την επανεμφάνιση ακραίων εθνικιστικών και φασιστικών θυλάκων στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο της Ευρώπης.

Το νέο αυτό συντηρητικό μπλοκ αντί να προωθεί την πολιτική  ένωση, την περιφερειακή σύγκλιση, την κοινωνική συνοχή, και την ισόρροπη ανάπτυξη, οξύνει τις τριβές και τις συγκρούσεις, ανέχεται το διευρυνόμενο αναπτυξιακό χάσμα με αποτέλεσμα η μεταπολεμική διαίρεση της Ευρώπης σε Δυτική και Ανατολική τείνει να αντικατασταθεί με μια νέα μεγάλη διαίρεση Βορρά Νότου, όπως σημειώνει ο αριστερός Γάλλος φιλόσοφος Ετιέν Μπαλιμπάρ, στην οποία «αντί της ύπαρξης ενός τείχους, αναφύεται μια μονομερής αφαίμαξη πόρων».

Αναζητείται νέο εναλλακτικό καθεστώς

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ισχύον ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα λειτουργεί μέσα σε μια όλο και αυξανόμενη πολυπλοκότητα θεσμών και επιπέδων ευθύνης, με ασταθείς ισορροπίες μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και κοινοτικής διακυβέρνησης. Κυρίαρχο ρόλο στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα παίζει επίσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα(ΕΚΤ) η οποία συναρθρώνει τα δημόσια οικονομικά των κρατών – μελών και τη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά, όπως άλλωστε φάνηκε στην περίοδο της κρίσης με την «επανάσταση» του προέδρου της,  του Μ. Ντραγκι, που στην κρίσιμη στιγμή, με «έκτακτες» πρωτοβουλίες εκτός θεσμικού πλαισίου, ηρέμησε τις αγορές και διέσωσε το €.

Είναι επομένως αναγκαίο να αναζητηθεί σε υπερεθνικό επίπεδο, ένα νέο εναλλακτικό καθεστώς εξουσίας, που δεν θα διατηρεί το τεχνικό διαχωρισμό μεταξύ οικονομίας και πολιτικής αφού η οικονομία αποτελεί ένα σύνολο συλλογικών επιλογών που απορρέουν από συγκεκριμένο συσχετισμό δύναμης και δεν διαχωρίζεται από την πολιτική, που θα στηρίζεται στην αναδυόμενη στο πολιτικό  νέα ευρωπαϊκή πολιτική και κοινωνική συλλογικότητα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Η εισαγωγή δημοκρατικών αντίβαρων στους υπερεθνικούς θεσμούς (βαθύτερης εμπλοκής των εθνικών κοινοβουλίων στους ευρωπαϊκούς θεσμούς λήψης των αποφάσεων και ενίσχυσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως του μόνου  κυρίαρχου νομοθετικού σώματος) θα μπορούσε να διεγείρει μια αντίπαλη, προς τον διευρυμένο συντηρητισμό, προοδευτική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, που θα στραφεί υπέρ μιας αντίστροφής των προτεραιοτήτων και των οικονομικών και κοινωνικών επιλογών για να ξαναφτιαχτεί η Ευρώπη.

Η Ευρώπη λοιπόν εμφανίζει μια διπλή κρίση «δημοκρατικής νομιμοποίησης. Μία σε εθνικό επίπεδο, αφού το έθνος κράτος δεν έχει πια, ούτε τα μέσα ούτε τη βούληση να παρέμβει για να ανανεώσει ή να υπερασπιστεί το περίφημο «κοινωνικό συμβόλαιο» και μία σε υπερεθνικό, αφού η άρχουσα ελίτ των Βρυξελών, δεν έχει καμία απολύτως διάθεση να προωθήσει μορφές δημοκρατικής συγκρότησης και συνταγματικής νομιμοποίησης σε υπερεθνικό επίπεδο.

Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και των κινημάτων

Μια τέτοια διπλή νομιμοποίηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, δεν μπορεί να προκύψει  με μικρά βήματα θεσμικής προόδου ή ευάλωτων και ανατρέψιμων ισορροπιών, όπως έγινε στο παρελθόν με τις αβαθείς μεταρρυθμίσεις της σοσιαλδημοκρατίας, που σαρώθηκαν ως χάρτινος πύργος από το του νεοφιλελεύθερο αφήγημα. Διότι δεν μπορεί να συναρθρωθεί μια δικτατορία των αγορών που ασκείται «από τα πάνω» μόνο με τη δυσαρέσκεια που τροφοδοτείται «από τα κάτω», από τις κοινωνικές αδικίες, την ανασφάλεια στους όρους ζωής, την πλήρη απορρύθμιση των συνθηκών εργασίας, τη διάλυση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και τη λεηλασία των επόμενων γενεών, αν δεν υπάρξει αντίπαλη συσπείρωση πολιτικών δυνάμεων.

Μόνο με την ανάδειξη ενός νέου  ριζοσπαστικού, κοινωνικού  και οικολογικού οράματος που θα συγκροτεί μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων,  για  μια διαφορετική Ευρώπη από αυτή των τραπεζιτών, των αγορών και των ραντιέρηδων της πολιτικής, μπορεί να ανοίξει δρόμος επαναθεμελίωσης της Ευρώπης. Για μια Ευρώπη δημοκρατική και συμμετοχική, υπέρ των  κοινωνικών αγώνων των ευρωπαϊκών λαών, που θα συμβάλουν αποφασιστικά  με τους αγώνες τους στη  δομική ανασυγκρότησή της Αριστεράς  και την προώθηση των κινημάτων και των ευρωπαίων πολιτών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Για μια Ευρώπη υπέρ της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης, ικανή να προτείνει στον κόσμο νέες στρατηγικές βιώσιμης ανάπτυξης και ειρηνικής συνύπαρξης.

Μια Ευρώπη των λαών, με ορίζοντα τον κοινωνικό μετασχηματισμό της, σύμφωνα με τις οραματικές επιδιώξεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και τη συναίνεση των λαών και των κοινωνικών κινημάτων, αποτελεί τη μόνη εναλλακτική πολιτική πρόταση απέναντι στις συσπειρωμένες συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης και θα αναδειχθεί δυναμικά στις επικείμενες ευρωεκλογές με επικεφαλής τον Α Τσίπρα.  



     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου