Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Οι προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας

Μετά από έξη και πλέον χρόνια ύφεσης, ανεργίας, συρρίκνωσης του ΑΕΠ, και νέας μεταναστευτικής αιμορραγίας, η προοπτική της ελληνικής οικονομίας παραμένει  απροσδιόριστη.

Ι. Ένα πρώτο μεγάλο πρόβλημα που έχει επανειλημμένα κατατεθεί και συζητηθεί δημοσίως είναι, αν μετά το όσα έχουν διαδραματιστεί κατά τη μνημονιακή περίοδο,  μπορεί να εξευρεθεί λύση για το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, εντός της ευρωζώνης και κατ’ επέκταση εντός της Ε.Ε.
Με εξαίρεση το ΚΚΕ που με σαφήνεια επιμένει στην έξοδο της χώρας από την Ε.Ε ανεξαρτήτως γεωπολιτικών, πολιτικών, οικονομικών, ιστορικών, κοινωνικών και πολιτισμικών επιπτώσεων, όλα τα άλλα κόμματα, με διαφοροποιήσεις,  προτείνουν λύσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιλογή αυτή γεωπολιτικά, πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και ιστορικά είναι ορθή, αμφισβητείται όμως τεχνικά και οικονομικά με δεδομένο το συντηρητικό συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζεται τη λειτουργία και την κρίση χρέους της Ε.Ε, τις μονεταριστικού χαρακτήρα αντιλήψεις που κυριαρχούν ιστορικά στους κόλπους της ευρωπαϊκής ελίτ, αλλά και την ελλειμματική αρχιτεκτονική του Ευρώ που ευνοεί τις πλεονασματικές και ανταγωνιστικές χώρες μέλη του Βορρά σε σχέση με τις ελλειμματικές και μη παραγωγικές χώρες του Νότου, προκαλεί διχαστικές τάσεις και ευνοεί τον νέο ακροδεξιό ευρωσκεπτικισμό.

Για το μείζον αυτό πρόβλημα υπάρχουν δύο λύσεις.
Η μία είναι η υποχώρηση της άρχουσας ευρωπαϊκής ελίτ και η στροφή της προς μια ριζική αναδόμηση της ΟΝΕ και  του Ευρώ, δηλαδή κατάργηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ και σύνταξη μιας νέας Συνθήκης, που θα επιλύσει το πρόβλημα της υπερεθνικής διακυβέρνησης της Ένωσης με όρους πολιτικής ενοποίησης, οικονομικής συνοχής, κοινωνικής αλληλεγγύης και δημοκρατίας σε υπερεθνικό επίπεδο.
Και η άλλη, η ανασυγκρότηση της Ε.Ε και η συρρίκνωση της ευρωζώνης σε μια αριθμητικά περιορισμένη οικονομική ένωση, με έξοδο από αυτήν κρατών- μελών που δεν μπορούν λόγω του σκληρού νομίσματος να καλύψουν το χάσμα ανάπτυξης και παραγωγικότητας που τις χωρίζει από της βόρειες χώρες, ενδεχομένως όχι για πάντα, αλλά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα 5-10 ετών. Προφανώς πρώτη σε αυτή την αρνητική επιλογή θα είναι η Ελλάδα.
Η τελική επιλογή  για το μέλλον της ευρωζώνης και της Ε.Ε είναι πολιτική και συνδέεται με το δίλλημα που ιστορικά ταλανίζει και διασπά τη πολιτική συνοχή της Ευρώπης, αν δηλαδή θα συνεχισθεί και εδραιωθεί το πρωτότυπο και σύγχρονο πείραμα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, ή θα συντηρηθεί μια Ένωση με όρους κοινής νεοφιλελεύθερης αγοράς, με προωθημένη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του σκληρού πυρήνα της, που έχει εξαγωγικό προσανατολισμό (Γερμανία) χωρίς χρονοβόρες και αβέβαιες καθυστερήσεις,  που εγκυμονεί  μια μακρά πορεία προς μια ενοποιημένη πολιτικά και οικονομικά Ευρώπη,ενωμένη,  αλληλέγγυα, με  οικονομική σύγκλιση και κοινωνική συνοχή, αλλά και αναβαθμισμένη με δημοκρατική ανέλιξη σε υπερεθνικό επίπεδο.

ΙΙ Ένα δεύτερο εξίσου σημαντικό πρόβλημα είναι η λύση διεξόδου που θα επιλεγεί εντός της Ευρώπης που είναι και η πιο πιθανή εκδοχή. Μέχρι σήμερα οι Βρυξέλλες και η Γερμανία δεν ανοίγουν τα χαρτιά τους και υποστηρίζουν μια «βελτίωση» των όρων εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας αλλά και των άλλων υπερχρεωμένων κρατών (μείωση επιτοκίων και παράταση του χρόνου δανειοδότησης), λύση γενικόλογη και απροσδιόριστη, κυρίως όμως  αδιέξοδη λόγω της μη βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, τουλάχιστον για την υπερχρεωμένη Ελλάδα και όχι μόνο.
Η λύση που συγκεντρώνει τις σημερινές διαθέσεις της άρχουσας ευρωπαϊκής ελίτ είναι η βελτίωση των όρων εξυπηρέτησης των δανείων σε συνδυασμό με μικρές πρόσθετες ενισχύσεις αναπτυξιακού χαρακτήρα δίπλα στην αυστηρή δημοσιονομική εποπτεία των χρεωμένων κρατών-μελών μέχρι τη μείωση του χρέους τους στο 75%. Η «λύση» δεν εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα των χρεών ιδίως στην Ελλάδα και εγκυμονεί κινδύνους διαιώνισης της στασιμότητας και της φτωχοποίησης των χρεωμένων κρατών, δεν καλύπτει τη διέξοδο της υπερχρεωμένης Ελλάδας, όπως όλοι ισχυρίζονται και εγκυμονεί κινδύνους για τη συνοχή της ευρωζώνης. Διευκολύνει όμως της κυβερνήσεις των κρατών μελών του Βορρά να αντιμετωπίσουν τις εξελίξεις στο εσωτερικό τους αφού μια νέα αναδιάρθρωση χρεών που αυτή τη φορά θα επικεντρωθεί στον επίσημο-δημόσιο τομέα (OSI) σημαίνει νέα επιβάρυνση των πολιτών στις πλεονασματικές χώρες, την οποία οι σημερινές πολιτικές  συνθήκες, έτσι που διαμορφώθηκαν τα πράγματα, με τα λάθη και τις ανεύθυνες επιλογές δεν την επιτρέπουν.
Η άλλη λύση που μπορεί να αντιμετωπίσει οριστικά το πρόβλημα της ευρωζώνης είναι η αναδιάρθρωση των δημόσιων χρεών που προφανώς θα ακολουθεί το ύψος του εξυπηρετούμενου χρέους της κάθε χρεωμένης χώρας, μέχρι να προσεγγιστεί το όριο βιωσιμότητας  του 75%. Στο παρελθόν είχαν εφαρμοστεί ανάλογες πολιτικές στην Ευρώπη. Στις πτωχεύσεις της Βρετανίας και της Γαλλίας κατά την περίοδο του μεσοπολέμου έγινε «κούρεμα» ύψους μεταξύ 20%-25%, ενώ στη Γερμανία, μέσω του σχεδίου Μάρσαλ, έγινε το 1953 ένα πολύ μεγαλύτερο και ανετότερο κούρεμα. Σήμερα για παράδειγμα θα μπορούσε να εφαρμοστεί ανάλογη πολιτική με έναανάλογο  σχέδιο. Στην Ελλάδα για παράδειγμα θα εφαρμόζονταν μείωση 50-60% , στην Ισπανία 20% στην Ιρλανδία 40% κλπ. Οι αναδιαρθρώσεις των χρεών θα γίνονταν παράλληλα με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, για να δημιουργηθεί η απαραίτητη αναπτυξιακή δυναμική και να επιτευχθεί η διέξοδος από την κρίση χρέους.
Το ισχυρό επιχείρημα που θα συνόδευε μια τέτοια πολιτική είναι απλό και κατανοητό. Με τις σημερινές συνθήκες ύφεσης και υπερχρέωσης των χωρών του Νότου, με τις πολιτικές, έστω ήπιας και όχι επιθετικής λιτότητας, των μεταρρυθμίσεων και των προσπαθειών για  ανάκαμψη  που απαιτούνται, δεν πρόκειται να επιστραφούν τα χρέη, διότι απλούστατα τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται λόγω ακριβώς της εξυπηρέτησης των χρεών δεν θα επιτευχθούν και για αυτό καθιστούν σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας και χαμηλών αναπτυξιακών δυνατοτήτων, απαγορευτική την εξυπηρέτηση των χρεών ανά τον αιώνα.
Άλλωστε όλοι οι ιθύνοντες στην Ευρώπη  γνωρίζουν το πρόβλημα και εκτιμούν σιωπηρά,  ότι αυτό πρέπει να  γίνει, αλλά δεν θέλουν να το προτείνουν, γιατί το πολιτικό κόστος θα είναι μεγάλο στο εσωτερικό των κρατών τους, αφού θα μοιράσουν ξανά χρήματα και θα καλύψουν τα λάθη που έκαναν τόσον καιρό, υπέρ "των  τεμπέληδων και σπάταλων  Νοτιοευρωπαίων", όπως τους αποκαλούσαν μέχρι πρότινος.
Η στάση άλλωστε του ΔΝΤ είναι χαρακτηριστική και απαντάει έμμεσα πλην σαφώς και με πειστικό τρόπο στις κατηγορίες των Γερμανών αξιωματούχων ότι «προτείνει λύσεις με τα χρήματα των άλλων» (Γιορκ Άσμουσεν). Τα χρήματα, αφήνει να εννοηθεί το ΔΝΤ αυτά έχουν χαθεί. Δεν πρόκειται να παρθούν πίσω. Οπότε μια ρύθμιση είναι λογική και συμφέρουσα για όλους. Διαφορετικά η επιστροφή θα παραμείνει στα χαρτιά! «Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος»

ΙΙΙ. Στην Ελλάδα διαμορφώνεται παραλυτική και αδιέξοδη κατάσταση από την άρχουσα πολιτική τάξη, που διαχειρίζεται την κρίση μέσω της συγκυβέρνησης των δύο κομμάτων που την προκάλεσαν. Δεν έχουν καταλάβει ή δεν θέλουν να καταλάβουν, ούτε τα αίτια αλλά ούτε και το μηχανισμό της αυτοτροφοδοτούμενης βαθιάς ύφεσης, της εκρηκτικής ανεργίας, της συρρίκνωσης του ΑΕΠ και των εισοδημάτων, της απορύθμισης του παραγωγικού ιστού και της διάλυσης της δημόσιας διοίκησης, που προκαλούνται από την οικονομική κρίση και ανατροφοδοτούνται από μια μόνιμη εσωτερική διαρθρωτική κρίση. Δεν αντιλαμβάνονται η δεν θέλουν να κατανοήσουν  ούτε πως λειτουργεί η κοινωνικά ανάλγητη εξυπηρέτηση του χρέους.
Τα χρήματα από τον μηχανισμό στήριξης πηγαίνουν σχεδόν αποκλειστικά στην αποπληρωμή των ελληνικών ομολόγων που λήγουν. Ούτε ένα ευρώ δεν πηγαίνει στην ανάκαμψη ή στην ενδυνάμωση της ελληνικής οικονομίας. Την ίδια ώρα η πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας, το αντάλλαγμα για την εξωτερική "βοήθεια", στραγγαλίζουν την εσωτερική ζήτηση και τροφοδοτούν την ύφεση.

Το να προπαγανδίζει η συγκυβέρνηση ότι από τις στάχτες της λιτότητας και το τούνελ της ύφεσης, θα ανακάμψει η ελληνική οικονομία είναι τουλάχιστον ανόητο. Τα μέτρα που απαιτούνται φαίνονται πλέον για γυμνού οφθαλμού. Τα έχει προτείνει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, έστω και με τρόπο δυσνόητο, αφού ακούγονται κριτικές και από το εσωτερικό του. Απαιτούνται:

1.Ένα τρίτο πακέτο χρηματοδότησης για την εξυπηρέτηση του χρέους καθώς η Ελλάδα για καιρό δεν πρόκειται να βγει στις αγορές. Παράλληλα να υπάρξει το συντομότερο αναδιάρθρωση του μεγαλύτερου μέρους του επίσημου χρέους (OSI) σε ποσοστό που θα καθοριστεί από κοινού από την Ελλάδα, την Ε.Ε και το ΔΝΤ.

2. Να ενισχυθεί η επενδυτική βοήθεια προς την Ελλάδα (Διαρθρωτικά ταμεία, ΕΤΕπ,  ΕΚΤ) προκειμένου να σπάσει ο φαύλος κύκλος της ύφεσης.

3. Να επιταχυνθεί η παραγωγική αναδιάρθρωση και η δημιουργία μεσαίων καινοτόμων επιχειρήσεων με εξαγωγικό προσανατολισμό σε τομείς με συγκριτικά πλεονεκτήματα.

4. Να επισπευτεί η εκ βάθρων αναδιάρθρωση της Δημόσιας Διοίκησης με αιχμή τον επανασχεδιασμό και τη δικαιότερη ανακατανομή των φορολογικών βαρών, με βαθιά τομή αναδιάρθρωσης στους φοροδοτικούς, εισφοροδοτικούς  και εισπρακτικούς μηχανισμούς και την καθολική μηχανοργάνωσή τους. Αποτελεί υποχρέωση του κράτους δικαίου προς τον ταλαιπωρημένο για πολλά χρόνια  τον έλληνα πολίτη που αναγκάστηκε να κινηθεί προς την παραβατικότητα και την παραοικονομία για να επιβιώσει. 
5.Το δραστικό έλεγχο της φαιάς οικονομικής ζώνης (παραοικονομίας) που υπονομεύει την πραγματική οικονομία (λαθρεμποόρια, τιμολογήσεις μαϊμού μαύρο χρήμα,φοροδιαφυγή).   

6. Η πρόταση αυτή να αποτελέσει τη βάση διαπραγμάτευσης με την Ε.Ε με τη μεγαλύτερη δυνατή πολιτική και κοινωνική συναίνεση, που αν δεν επιτευχθεί, όπως δείχνουν τα πράγματα, τη λύση να τη δώσει ο Ελληνικός λαός με εκλογές την άνοιξη του 2014 μαζί με τις ευρωεκλογές.
 
      

 

           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου