Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Υπάρχει ελπίδα;


 
Πολιτικές προτάσεις διεξόδου

Είναι απόλυτα διαπιστωμένο ότι η Ελλάδα, κράτος μέλος της ευρωζώνης βρίσκεται σήμερα υπό συνθήκες διπλής επιτήρησης, λόγω των διεθνών δεσμεύσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της σε έναν υπερεθνικό οργανισμό της Ε.Ε, και των απαιτήσεων των δανειστών της, που διεκδικούν την αποπληρωμή των δανείων που έχει συνάψει η χώρα, από διεθνείς πιστωτικούς οργανισμούς.

Η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου(ΔΝΤ) χωρίς περιστροφές και τυπικές ευγένειες παρουσίασε προσφάτως το πρόβλημα της χώρας. «Απομονώσαμε το μολυσμένο τμήμα της κρίσης χρέους της ευρωζώνης, που ήταν η Ελλάδα, για να μην μολυνθεί η υπόλοιπη και στη συνέχεια επιχειρούμε να το αντιμετωπίσουμε»

Η αντιμετώπιση του προβλήματος προφανώς επιχειρείται και από το εσωτερικό της χώρας.

Μια πολιτική διαχείρισής των προγραμμάτων προσαρμογής του (δανειακές συμβάσεις) ασκείται  από τη σημερινή συγκυβέρνηση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κόμματα που, ως γνωστόν διαχειρίστηκαν την εξουσία τις τελευταίες δεκαετίες και ευθύνονται για την σημερινή τραγική κατάσταση που βρίσκεται η χώρα. Είναι επίσης γνωστό, ότι τα δύο αυτά κόμματα πριν συγκλίνουν σήμερα για τη «σωτηρία της πατρίδας», στο πρόσφατο παρελθόν επέρριπταν το ένα στο άλλο τις ευθύνες για το πώς φθάσαμε μέχρις εδώ.


Η πολιτική που εκπέμπει η συγκυβέρνηση επικεντρώνεται στα «θετικά βήματα» που έχουν γίνει μέχρι σήμερα με την ασκούμενη μνημονιακή πολιτική. Τις «επιτυχείς διαπραγματεύσεις» της συγκυβέρνησης με την τρόικα, αλλά και τις «θυσίες του ελληνικού λαού»(sic), ενώ διαβεβαιώνει ότι φαίνεται φώς στο βάθος του τούνελ και  έχει ήδη διανυθεί σημαντική απόσταση διεξόδου από την κρίση. Έγιναν «σημαντικές μεταρρυθμίσεις» που είχαν καθυστερήσει πολλά χρόνια και υπάρχουν σημάδια σταθεροποίησης, ανάκαμψης και επενδύσεων, καθώς και πρωτογενούς πλεονάσματος. Μέρος του οποίου θα διατίθεται για την ελάφρυνση των αδυνάτων κοινωνικών ομάδων, που σημαίνει ότι στο μέλλον, μετά τα προγράμματα προσαρμογής που λήγουν το 2014,  δεν θα χρειαστεί άλλο μνημόνιο και άλλα επώδυνα μέτρα και δεν θα έχουμε πρόβλημα να καλύψουμε της εσωτερικές δαπάνες μας (μισθούς συντάξεις, περίθαλψη). Το χρέος θα επανεξεταστεί σύμφωνα με τις δεσμεύσεις των εταίρων μας και θα ελαφρυνθεί, ώστε μελλοντικά το 2022 να είναι βιώσιμο στο 120% του ΑΕΠ. Την πολιτική της μνημονιακής συγκυβέρνησης την υποστηρίζουν η άρχουσα ευρωπαϊκή ελίτ με προεξάρχουσα τη Γερμανία, η κυβέρνηση των ΗΠΑ και το ΔΝΤ. 

Μια «άλλη πολιτική» προβάλλεται από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης το ΣΥΡΙΖΑ, που κινείται σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη της συγκυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει ισχυρή αντιπολιτευτική δυναμική  σε πολίτικο και κοινωνικό επίπεδο που αποκρυσταλλώνεται με αξιοπρόσεκτα δημοσκοπικά ευρήματα, που  τον φέρνουν να ανταγωνίζεται  με αξιώσεις τη ΝΔ στην προοπτική  της μελλοντικής διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας, όταν διεξαχθούν εθνικές εκλογές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτιμάει ότι η χώρα βρίσκεται σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης και αποδίδει πλήρη ανικανότητα στη μνημονιακή συγκυβέρνηση να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Γεγονός που επιβεβαιώνεται, από το ότι τέσσερα χρόνια τώρα, τέσσερεις στη σειρά μνημονιακές κυβερνήσεις, όχι μόνο απέτυχαν να αντιμετωπίσουν την κρίση αλλά αντίθετα τη βάθυναν και τη διαιώνισαν. Προτείνει εκλογές για την ανατροπή της μνημονιακής  συγκυβέρνησης και την ανάδειξη μιας κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, για  τη δραστική απομείωση του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, μέσα από νέες διαπραγματεύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Την κάλυψη των άμεσων αναγκών επιβίωσης του λαού, τη χάραξη πολιτικής με αναπτυξιακό προσανατολισμό, για να υπάρξει διέξοδος από την κρίση και την άσκηση πολιτικής ικανής να επιτύχει την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Όλα δε αυτά υπό δύο, προϋποθέσεις: Η νέα διαπραγμάτευση να υλοποιηθεί με την μαζική-αγωνιστική συμπαράταξη του λαού για να είναι επιτυχής, και οι εκλογές να προκαλέσουν την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής και  την αποδυνάμωση των κομμάτων που διαχειρίστηκαν τα μνημόνια της καταστροφής. Την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ την υποστηρίζει το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) και ευρωπαίοι διανοούμενοι, ενώ στο εσωτερικό της χώρας σε πολιτικό επίπεδο δεν διαφαίνεται με τα σημερινά δεδομένα δυνατότητα σχηματισμού συμμαχίας, ανάλογης  με εκείνη των μνημονιακών κομμάτων.

Είναι δεδομένη η πολυμορφία και η πολυπλοκότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα και η Ευρώπη με αφορμή την κρίση χρέους. Ο συνδυασμός  με τα εκρηκτικά παράπλευρα πολιτικά ζητήματα που έχουν προκύψει στο εσωτερικό της χώρας, ιδιόμορφος διπολισμός σε συνθήκες πόλωσης με ευθύνη της συγκυβέρνησης, αυταρχική διακυβέρνηση, Χρυσή Αυγή, εκρηκτικά κοινωνικά προβλήματα με αιχμή την ανεργία,  προκαλούν ποικίλα συναισθήματα και συγχύσεις στην κοινωνία και στους ψηφοφόρους,  με αποτέλεσμα να εκτρέφονται σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο ασυνάρτητες μέχρι εξωπραγματικές ή ανόητες εκτιμήσεις για το τι μέλλει γενέσθαι στη χώρα μας. Συμβολή στη σύγχυση που επικρατεί στους πολίτες, εκτός από τους λαλίστατους πολιτικούς διαφόρων αποχρώσεων και ιδεολογιών, έχουν με αυξημένη ευθύνη όλα τα Συστημικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ακόμη και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης με τα εκατομμύρια των πληροφοριών που διαδίδουν υπεύθυνα ή ανεύθυνα καθημερινώς.

Αξίζει επομένως τον κόπο να κατατεθούν ορισμένες διαπιστωμένες όσο γίνεται πιο αντικειμενικά και τεκμηριωμένες όσο γίνεται πιο έγκυρα, εκτιμήσεις για τις πραγματικές εξελίξεις   σε διεθνές ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, για να μπορέσει ο πολίτης άνδρας ή γυναίκα να τις αξιολογήσει και να καταλήξει σε χρήσιμα συμπεράσματα για το μέλλον αυτού του τόπου, χωρίς πολιτικές προκαταλήψεις, εξωπραγματικούς ιδεολογισμούς και  απλουστευτικές  σχηματοποιήσεις.

Ι. Πορεία της παγκόσμιας οικονομίας

√ Η παγκοσμιοποίηση του χρήματος, που αντικατέστησε τη πολιτική της «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον» μετά την αποτυχία της, διαφημίστηκε ως οικονομική και ελπιδοφόρα για την ανθρωπότητα πρόταση. Κινήθηκε με βάση το νεοφιλελεύθερο οικονομικό αφήγημα απέτυχε όμως και αυτή. Το καπιταλιστικό σύστημα στο πλαίσιο του ορθολογισμού που το διακρίνει αναζητεί νέο πιο βελτιωμένο προφίλ παρέμβασης στις νέες συνθήκες των διεθνών συσχετισμών, των αναδυόμενων ισχυρών αγορών (BRICS), της έντονα παγκοσμιοποιημένης, ανταγωνιστικής και αβέβαιης πορείας της διεθνούς οικονομίας.

√ Οι διεθνοποιημένες συναντήσεις κορυφής G8, G20, διαπίστωσαν μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2007, το πρόβλημα της απορρύθμισης του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος, χωρίς όμως να προωθήσουν  μια νέα παγκόσμια πιστωτική ρύθμιση, με ενίσχυση του ελέγχου και της εποπτείας των τραπεζικών μεγαθηρίων ανά τον κόσμο, για να ανακόψουν τις ανεξέλεγκτες και κερδοσκοπικές δραστηριότητές τους ή τα μεγάλα μεγέθη τους που τα καθιστούν πανίσχυρα. Επέβαλαν μόνο ορισμένους πρόσκαιρους περιορισμούς στα κέρδη των περιβόητων ‘Golden Boys” που σε μικρό χρονικό διάστημα 1-2 χρόνων ατόνησαν και τα τραπεζικά συστήματα ανά τον πλανήτη επέστρεψαν στις συνήθεις κερδοσκοπικές δραστηριότητες τους και στα απροσδιορίστου φερεγγυότητας προϊόντα τους, με την ανοχή ή την συναίνεση των διεθνών οργανισμών,  Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου κ.α.

 √ Για να σταθεροποιηθεί εκ νέου το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα μετά το σοκ που υπέστη από την ίδια την πολιτική του, διατέθηκαν δισεκατομμύρια δολάρια, ευρώ και λίρες με προκλητικές κρατικές παρεμβάσεις σε σύγκρουση με την ισχύουσα κραταιά νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που παραμερίστηκε από την άκρατη πολιτική εθνικοποιήσεων για τη σωτηρία τους. Μετά την στήριξή τους  οι ΗΠΑ και οι άλλες αναδυόμενες αγορές Κίνα, Ινδίες, Ρωσία προώθησαν επεκτατικές πολιτικές για να επαναφέρουν τις οικονομίες τους σε νέα ισορροπία και αποφυγή υφεσιακών πιέσεων.

Η διεθνής οικονομία μετά την κρίση ακολουθεί μια αβέβαιη και ασταθή  πορεία. Η υφεσιακές συνθήκες που επικράτησαν στην Ε.Ε, διευκόλυναν αρχικά τις αναδυόμενες οικονομίες (BRICS) να συντηρήσουν ανεκτούς ρυθμούς μεγέθυνσης, μετά όμως την αναστροφή του κλίματος στην Ευρώπη, οι ρυθμοί έπεσαν μαζί με διαφοροποιήσεις στη ροή κεφαλαίων, γεγονός που επιβεβαιώνει την αλληλεξάρτηση αλλά και τις ιδιαιτερότητες  των οικονομιών σε παγκόσμια κλίμακα. Η ρήξη που προκλήθηκε στη νέα διεθνή κρίση ανάμεσα στη χρηματιστική οικονομία και την πραγματική οικονομία δεν είναι κάτι καινούργιο. Αυτό που χαρακτηρίζει τη σημερινή κρίση είναι ότι η χρηματοπιστωτική οικονομία έχει κοπεί στα δύο από την ανεξέλεγτη, εκτός συστήματος ελέγχου της δραστηριότητας των τραπεζών, μέσα από τη  κερδοσκοπική δραστηριότητα των αδιαφανών παραγώγων προϊόντων τους, που έπληξαν  βαρύτατα τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου(hedge funds)και τις πιστώσεις με βάση την υποθήκη των ακινήτων των ΗΠΑ (suprimes), και προκάλεσαν ισχυρούς κλυδωνισμούς στην παγκοσμιοποιημένη  οικονομία. 

Η Ευρωπαϊκή οικονομία.

√ Η άρχουσα ελίτ της Ε.Ε παρά τις εσωτερικές και διεθνείς παραινέσεις παραμένει μέχρι σήμερα εγκλωβισμένη στους δημοσιονομικούς περιορισμούς της ΟΝΕ (έλλειμμα <3% και δημόσιο χρέος <60% του ΑΕΠ) και αποδείχτηκε ευάλωτη στις ασκούμενες πιέσεις της Γερμανίας και των αγορών για περιοριστικές πολιτικές λιτότητας στις ελλειμματικές χώρες της περιφέρειας, με αποτέλεσμα να πληγούν  σοβαρά οι οικονομίες τους σε μια φάση που ήδη είχαν φορτωθεί επιπλέον δημόσια βάρη για να διασώσουν τις τράπεζές τους.

Η πολιτική αυτή προκάλεσε τριβές και αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης σχηματοποίησε αντιθέσεις και διαμόρφωσε συνθήκες διχασμού, εθνοκεντρικές τάσεις και έντονο ευρωσκεπτικισμό, σχετικά με την προοπτική της Ε.Ε.

√ Η κρίση χρέους στις χώρες της ευρωζώνης, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων,δεν αντιμετωπίζεται με τη  δημοσιονομική προσαρμογή έχει μεγαλύτερη σχέση με  την αδιαφανή και ανεξέλεγκτη λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων μετά τη συνεχή αποτυχία εξυγίανσής τους, παρά με τις  ανισορροπίες στη ροή των κεφαλαίων μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης (ανταγωνιστικό χάσμα), αν και οι ανισορροπίες αυτές ενθάρρυναν τις ασκούμενες συντηρητικές και πελατειακές πολιτικές των ελλειμματικών χωρών αλλά και των πλεονασματικών Οι ανισόμετρες  ροές κεφαλαίων στην Ευρώπη δεν είναι ασύμβατες ούτε απαγορευτικές με τη λειτουργία υγιών οικονομιών. Ο εξωτερικός δανεισμός από τις πλουσιότερες χώρες προς τις φτωχότερες είναι επιθυμητός, με την προϋπόθεση ότι οι πιστώσεις που αντλούνται θα πρέπει να χρηματοδοτούν επενδύσεις και όχι να σπαταλούνται στην κατανάλωση και στις πελατειακές ανάγκες των πολιτικών συστημάτων για να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους , όπως έγινε στην Ελλάδα.

√ Το ευρώ παρά τους κλυδωνισμούς που υπέστη άντεξε στην κρίση και στις κερδοσκοπικές επιθέσεις και δεν είναι τόσο ελαττωματικό όσο προβλήθηκε αρχικά. Διαπιστώθηκε μετά από τέσσερα  χρόνια ότι το πρόβλημα αφορά στην ανεπαρκή εποπτεία και στον έλεγχο του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και όχι τόσο στις υπαρκτές αδυναμίες της αρχιτεκτονικής του ευρώ. Μετά την επίσημη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,  που ανέλαβε το ρόλο του «τελευταίου δανειστή» καταφυγής των κρατών μελών μέσω των τραπεζών, οι αγορές ηρέμησαν τα επιτόκια και τα «σπρεντ» έπεσαν, ο εξωτερικός δανεισμός των κρατών μελών ομαλοποιήθηκε και η ύφεση υποχωρεί, χωρίς βεβαίως ο περιορισμός της ύφεσης και τα όρια της αναδυόμενης χαμηλής ανάπτυξης να ικανοποιούν. Αυτό θα συμβαίνει όσο οι τράπεζες δεν προμηθεύουν την οικονομία με κεφάλαια για να επεκταθεί. Εξαίρεση από όλα αυτά αποτελεί  η Ελλάδα που βρίσκεται σε διαδοχικά πρόγραμμα προσαρμογής.

Είναι αυτονόητο ότι η Ευρώπη δεν έχει σήμερα όραμα και κανείς δεν γνωρίζει τι Ευρώπη θα έχουμε την τρέχουσα δεκαετία. Οι επεξεργασίες που έχουν δρομολογηθεί αφορούν το δημοσιονομικό έλεγχο των προϋπολογισμών των κρατών της ευρωζώνης και το  συντονισμό των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών. Δεν υπάρχει ολοκληρωμένο επενδυτικό σχέδιο για την ανάπτυξη και την φυλορροούσα ήδη κοινωνική συνοχή.

Τι έγινε στην Ελλάδα.

√ Η κρίση χρέους  ξεκίνησε από την Ελλάδα. Ο καθυστερημένος,  ανεπιτυχής, και αδιέξοδος χειρισμός της τρόικα και των μνημονιακών κυβερνήσεων, την επιδείνωσαν σοβαρά. Μέσα σε 6 χρόνια ύφεσης η χώρα απώλεσε το 1/4 του ΑΕΠ το 1/3 των θέσεων εργασίας και το 1/3 του εισοδήματος των μισθωτών και των συνταξιούχων  την καταστροφή ενός πολύ σημαντικού μέρους μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αυτοαπασχολήσεων, και τις αποχωρήσεις πολλών και σημαντικών επιχειρήσεων από την ελληνική αγορά, με δημόσιο χρέος μη βιώσιμο που συντηρείται αυτοτροφοδοτούμενο σε πολύ υψηλό επίπεδο, άνω των 300 δις €,  χωρίς η ελληνική οικονομία να βελτιώσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητά της, παρά τις δύο αναδιαρθρώσεις ύψους πολλών δισεκατομμυρίων €  (120% του ΑΕΠ το 2009 και 176% του ΑΕΠ το 2013). Η δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδας λόγω της ιδιαιτερότητάς της, αφού  η δημοσιονομική της κατάρρευση προϋπήρχε της κρίσης χρέους της ευρωζώνης, αντιμετωπίστηκε με αμοιβαιοποίηση του χρέους της, με σκληρά όμως προγράμματα «διάσωσης» με την άκρως ανάλγητη, δεσμευτική και  εξωπραγματική δημοσιονομική προσαρμογή που σχεδίασε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ (σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο), με  την άτεγκτη λογική των  μνημονίων  και τους εκβιασμούς της τρόικα.

√ Κύριες αιτίες που διαδραματίστηκαν στην Ελλάδα και προκάλεσαν το βάθεμα της δημοσιονομικής κρίσης και επέφεραν γενικότερη ζημία στην αναδυόμενη κρίση χρέους στην ευρωζώνη ήταν,  η ανεύθυνη παραποίηση των στατιστικών στοιχείων από τις Ελληνικές κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, πριν από το ξέσπασμα της κρίσης. Επίσης ήταν η ανεξέλεγκτη σπατάλη δημόσιων πόρων για τις ανάγκες συντήρησης των πελατειακών σχέσεων και των εκλογικών αναγκών των δύο κομμάτων του δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), που προέρχονταν από τον ευρωπαϊκό δανεισμό, δηλαδή από χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων, η οποία προκάλεσε πολύ άσχημο κλίμα σε βάρος της Ελλάδας. Καθώς επίσης ήταν οι καθυστερήσεις και οι αναβολές των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων από τη συνειδητή αντίσταση του εγχώριου πολιτικού και διοικητικού μηχανισμού, όλων των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ  από το 1989 μέχρι και σήμερα  που προέκυψε το δημοσιονομικό έλλειμμα για  να αντιμετωπιστούν εγκαίρως τα χρόνια δημοσιονομικά προβλήματα που το προκαλούσαν, και προκαλούν ακόμα και σήμερα, ελλείμματα και ανισορροπίες. Όπως το ανεπαρκές και ταξικά προσανατολισμένο φορολογικό σύστημα, τη φοροδιαφυγή, τη φοροαποφυγή και την εισφοροδιαφυγή, τις σπατάλες στην υγεία, στην ασφάλιση και στον ευρύτερο διοικητικό μηχανισμό, που στη συνέχεια τροφοδοτούσαν την εκτεταμένη  φαιά οικονομική ζώνη της χώρας (παραοικονομία), το ύψος της οποίας  υπερβαίνει ακόμα και σήμερα το 30% του ΑΕΠ και έφερναν   καίρια και διαχρονικά  χτυπήματα στην εθνική οικονομία, στη ομαλή δημοσιονομική εξέλιξη και στο βαθύ έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών. Σημαντικό ρόλο στο δημοσιονομικό αδιέξοδο έπαιξε και ο ανεξέλεγκτος εξωτερικός δανεισμός του δημόσιου τομέα που ήταν προσανατολισμένος στην κατανάλωση και  στις σπατάλες και όχι στις αποδοτικές δημόσιες επενδύσεις.

 Η επικίνδυνη για την οικονομία και καταστροφική για την κοινωνία πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης» που εφάρμοσαν οι  4 μνημονιακές κυβερνήσεις  με επιβολή των εξοντωτικών οριζόντιων μέτρων σε βάρος των αδύναμων κοινωνικών κατηγοριών και στρωμάτων, σε συνδυασμό με την κατάρρευση του  προκαπιταλιστικού μοντέλου  οργάνωσης της παραγωγής (με το κλείσιμο χιλιάδων μικροεπιχειρήσεων και καταστημάτων) μετά τη δραστική μείωση της κατανάλωσης, προκάλεσαν εκρηκτικό μείγμα  που τροφοδότησε την ύφεση, την ανεργία και την κοινωνική εξαθλίωση. Ρύθμιση δημοσιονομική σε αυτό το μείγμα οικονομικής πολιτικής, όπως άλλωστε διαφάνηκε με τα προγράμματα προσαρμογής, ήταν περίπου αδύνατο να εφαρμοσθεί χωρίς την πλήρη καταστροφή του.

Συμπεράσματα

√ Ο κίνδυνος της «κρίσης χρέους» στην Ευρώπη και ο κίνδυνος  υπονόμευσης του ευρώ ξεπεράστηκαν ως ένα βαθμό, παραμένουν όμως σε εκκρεμότητα, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις των Βρυξελλών για το άμεσο μέλλον, δύο σημαντικά προβλήματα προς ρύθμιση, που συνδέονται με τη  δημοσιονομική  σταθερότητα της Ε.Ε  

• Η εποπτεία και ο έλεγχος του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος  

• Η θεσμοποίηση της κοινής ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πολιτικής

√ Τα δημοσιονομικά προβλήματα της περιφέρειας την Ε.Ε, εκτός Ελλάδος, ρυθμίζονται σταδιακά μετά την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως δανειστή τελικής καταφυγής,  με βαρύτατο όμως οικονομικό και  κοινωνικό κόστος στην απασχόληση, στα εισοδήματα, στη κοινωνική προστασία των ελλειμματικών κρατών-μελών  της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Παράλληλα κατάρρευσαν και οι μύθοι για τις δήθεν αιτίες τις δημοσιονομικής κρίσης της περιφέρειας, όπως: το χάσμα ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας μεταξύ των κρατών μελών, ο δανεισμός  από τις πλουσιότερες χώρες προς τις φτωχότερες, η μειωμένη εργατικότητα των χωρών του Νότου κ.α.  Η κρίση χρέους έχει μεγαλύτερη σχέση με την αδιαφανή και ανεξέλεγκτη    λειτουργία των εγχώριων τραπεζικών συστημάτων και τα προβλήματα που προκαλούνται από την εικονική υπερθέρμανση τομέων της οικονομίας (πχ στεγαστικές φούσκες) στις χώρες της ευρωζώνης, ανεξάρτητα από τη δημοσιονομική τους κατάσταση, αν δηλαδή είναι ελλειμματικές η πλεονασματικές.   

√ Η περίπτωση της Ελλάδος αποτελούσε εξαρχής ιδιαίτερη περίπτωση, αφού η δημοσιονομική κρίση προϋπήρχε της ευρωζώνης. Αντιμετωπίστηκε με την κατ’ αρχήν απομόνωση της χώρας και την προσεκτική, σταδιακή και τιμωρητική  διαχείριση του χρέους της και των μεγάλων ελλειμμάτων. Μέσω προγραμμάτων στήριξης και   αμοιβαιοποίηση του ελληνικού δημόσιου χρέους αλλά  με βαρύτατους οικονομικούς και θεσμικούς όρους για το ελληνικό κράτος και την κοινωνία του, ρυθμίζονται «σταδιακά», πρακτική που εφαρμόζεται για την άσκηση πίεσης, μέσω των δανειακών συμβάσεων σύμφωνα με το αυστηρό αγγλικό δίκαιο. Όμως η σκληρή λιτότητα και η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, που επιβάλλουν οι δανειακές συμβάσεις μέσω των μνημονίων, όχι μόνο δεν έφερε τα προβλεπόμενα αποτελέσματα αλλά αντίθετα προκάλεσε βάθεμα της κρίσης και εκρηκτικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Το αποτέλεσμα αυτό συνδέεται επίσης με την προκαπιταλιστική δομή  και οργάνωση της ελληνικής οικονομίας και της παραγωγικής βάσης της που δεν μπορεί να αναδιαρθρωθεί με τα συμβατικά οικονομικά εργαλεία. Απαιτεί μακροχρόνιο ανασχεδιασμό και ρύθμιση, που προϋποθέτει χρόνο, σύγχρονη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας, νέα οργάνωση της κοινωνίας και σημαντικές επενδύσεις.

  Με βάση τις εξελίξεις απαιτούνται:

• Μια σοβαρή και σε βάθος εξέταση της πραγματικής οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας σε όλα τα επίπεδα, μέσω:

Α) Σύσκεψης Κορυφής υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας,με την κατάθεση από τα κόμματα, ολοκληρωμένες και  τεκμηριωμένες, έστω διαφορετικές  προτάσεις διεξόδου, χωρίς δημαγωγικές ή λαϊκιστικές επιδιώξεις   

Β) Με βάση  τις επικυρωμένες αποφάσεις της Σύσκεψης Κορυφής, απαιτείται στη συνέχεια ευρεία συζήτηση στην ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων καθώς και ευρεία δημόσια συζήτηση στην ελληνική κοινωνία και δημόσια κατάθεση ολοκληρωμένων προγραμμάτων  των κομμάτων για την έξοδο από την κρίση, προκειμένου να ενημερωθεί σφαιρικά και ολοκληρωμένα ο Ελληνικός λαός και να σταματήσουν τα πολιτικά ψεύδη πριν και μετά από τις εκλογικές αναμετρήσεις,  οι λαϊκισμοί και οι αμφισημίες, οι άσκοπες και ανασταλτικές εντάσεις και τριβές, που πλήττουν την προοπτική διεξόδου και την ίδια την δημοκρατική ανέλιξη της χώρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου