Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Μετά τις Γερμανικές εκλογές τι


 
Ι. Πορεία και  διαχείριση της κρίσης

Η αντιμετώπιση της «κρίσης χρέους»  του 2008 στην Ευρώπη που αποτέλεσε συνέπεια και επακόλουθο της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007 και εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο δεν έχει κλείσει ακόμα.

Όμως η διαχείρισή της στα (4) και πλέον χρόνια που πέρασαν, έχει αφήσει διακριτά  στοιχεία που πρέπει να εκτιμηθούν και να αξιολογηθούν, για τη μελλοντική πορεία και προοπτική  της Ευρώπης και της χώρας μας.

Η παγκοσμιοποίηση του χρήματος, που αναδείχτηκε ως οικονομική πρόταση και  κινήθηκε με όχημα το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα, τροφοδότησε τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις με ελπιδοφόρες προοπτικές για τη δυναμική της παγκοσμιοποιούμενης χρηματοοικονομίας, στη βελτίωση των οικονομικών των εθνικών κρατών, στον περιορισμό της φτώχειας και της ανέχειας, στη βελτίωση της ευημερίας των κοινωνιών, στην ανέλιξη της προστασίας του περιβάλλοντος.

Μετά από δύο δεκαετίες ο μύθος κατάρρευσε. Η παγκόσμια οικονομία πέρασε σε φάση περιδίνησης, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, με αφετηρία εκείνο των ΗΠΑ άρχισε να δονείται επικίνδυνα, οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες εκτινάχθηκαν στα ύψη, το ίδιο η φτώχεια και η εξαθλίωση των υπανάπτυκτων χωρών και όχι μόνον, οι αγορές οδηγήθηκαν σε κατάσταση πανικού και υστερίας, η Ευρώπη βρέθηκε ενώπιον μιας δημοσιονομικής κρίσης, και μιας εξελισσόμενης ύφεσης που τελικώς σταθεροποιήθηκε σε κρίση χρέους της Ε.Ε, με κίνδυνο κατάρρευσης της ΟΝΕ και του ευρώ.


Για να διασωθεί το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, αρχής γενομένης από τις ΗΠΑ, και στη συνέχεια της Ευρώπης, διατέθηκαν δισεκατομμύρια δολάρια, ευρώ και λίρες με ανοιχτές και προκλητικές για την περίοδο κρατικές παρεμβάσεις και επιδοτήσεις σε πλήρη αντίθεση των περιβόητων επιταγών και των θεσμοθετημένων νεοφιλελεύθερων δεσμεύσεων περί απελευθέρωσης των αγορών. Οι παρεμβάσεις διέσωσαν προς στιγμήν τα πιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ και της Ευρώπης αλλά προκάλεσαν υπέρμετρα δημόσια χρέη τα οποία φορτώθηκαν προφανώς τα εθνικά κράτη και κατ’ επέκταση οι φορολογούμενοι.

ΟΙ θεσμοθετημένες διεθνείς συναντήσεις  G8, G20, διαπίστωσαν το πρόβλημα της απορρύθμισης και της ασύδοτης λειτουργίας των ανά τον κόσμο πιστωτικών ιδρυμάτων και των αγορών, αλλά δεν τόλμησαν να προτείνουν ρύθμιση και εποπτεία των τραπεζών, προκειμένου να ανακόψουν τις ανεξέλεγκτες και επικίνδυνες για την παγκόσμια οικονομία χρηματοπιστωτικές δραστηριότητές και τα τοξικά παράγωγα προϊόντα τους. Μεθόδευσαν μόνο μια πρόσκαιρη περιστολή των αποζημιώσεων των προκλητικών “golden boys”, τα οποία  μετά από ένα ή δύο χρόνια επέστρεψαν στις συνήθεις ανεξέλεγκτες και  κερδοφόρες δραστηριότητές τους. Την ίδια τακτική ακολούθησαν και οι διεθνείς οργανισμοί, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα και Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου που συνέχισαν  τις νεοφιλελεύθερες παρεμβάσεις τους σαν να μην συνέβη τίποτα στην παγκόσμια οικονομία.                       

Ιδιαίτερα οι ΗΠΑ έχοντας το γνωστό πλεονέκτημα της «κοπής χρήματος»  σε σύντομο χρονικό διάστημα και  με εφαρμογή επεκτατικής πολιτικής, επανέφεραν στη χώρα τους την αναγκαία ισορροπία μεταξύ της οικονομικής προσαρμογής και της  «εύρυθμης λειτουργίας» των αγορών τους

Η άρχουσα ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά τις εσωτερικές και διεθνείς παραινέσεις, παρέμεινε μέχρι σήμερα, εγκλωβισμένη στους περιορισμούς του  «ζουρλομανδύα» της ΟΝΕ (της  δημοσιονομικής πειθαρχίας,  με ελλείμματα < 3%  και δημόσιο χρέος < 60% του ΑΕΠ), και αποδείχτηκε ευάλωτη στην ασκούμενη πίεση της Γερμανίας και των αγορών, για περιοριστικές πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας και σκληρής λιτότητας στις ελλειμματικές χώρες της περιφέρειας. Η πολιτική αυτή ευνόησε  προφανώς την εξαγωγική πολιτική της Γερμανίας και υλοποίησε τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών συνθηκών(Νίκαιας, Λισαβόνας) για ακόμη πιο μαξιμαλιστική και υπερφίαλη  προώθηση της ανταγωνιστικότητας της Ε.Ε.

 Έτσι η Ε.Ε επέμεινε στην  αυστηρή μονεταριστική πολιτική και υιοθέτησε τις απαιτήσεις της Γερμανίας και των αγορών, με αποτέλεσμα να διαλύσει τις ελλειμματικές οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, που μέχρι το 2008 ασκούσαν πολιτικές τόνωσης της κατανάλωσης μέσω εξωτερικού δανεισμού, και να μετατρέψει τις πλεονασματικές χώρες του Βορρά σε τοκογλύφους των υπολοίπων χωρών, ενώ παράλληλα απώλεσε σημαντικό μέρος από το μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς που επιδίωκε, παρά τις ιδιαίτερες εξαγωγικές επιδόσεις της Γερμανίας.

Οι επιπτώσεις.

Η πολιτική αυτή προκάλεσε τριβές και αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, σχηματοποίησε αντιθέσεις και διαμόρφωσε συνθήκες διχασμού,  τάσεις  εθνοκεντρικές και έντονο ευρωσκεπτικισμό, σχετικά με την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τελευταία, λόγω των επικείμενων Γερμανικών εκλογών, πάγωσε και η ήδη καθυστερημένη και γραφειοκρατική αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, που παραμένει μέχρι σήμερα ημιτελής. Εκκρεμούν δύο μεγάλες θεσμικές αναδιαρθρώσεις στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και στην ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική της Ένωσης, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί το εύρος, η ποιότητα και η κατεύθυνσή τους.

Η χρονική περίοδος των τεσσάρων χρόνων άσκησης αυτής της αλλοπρόσαλλης και καταστροφικής πολιτικής, έχει προκαλέσει πρόσθετες παραμορφώσεις, στο εξ’ αρχής ελλειμματικό θεσμικό πλαίσιο της ΟΝΕ, ανάδειξε όμως τα πραγματικά προβλήματα του ατελούς ευρωπαϊκού οικοδομήματος:   

√ Η κρίση χρέους στις χώρες της ευρωζώνης έχει μεγαλύτερη σχέση με την αδιαφανή και ανεξέλεγκτη λειτουργία των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων, παρά με τις ανισορροπίες στη ροή των κεφαλαίων μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης, αν και οι ανισορροπίες αυτές ενθάρρυναν τις ασκούμενες συντηρητικές και πελατειακές πολιτικές των κρατών μελών των ελλειμματικών και των πλεονασματικών χωρών.

√ Μετά την επίσημη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία υπερέβη το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και  ανάλαβε το ρόλο του «τελευταίου δανειστή» των κρατών μελών της ευρωζώνης, γεγονός που κραύγαζε από μόνο του, οι αγορές ηρέμησαν, τα επιτόκια και τα «σπρεντ» έπεσαν, ο εξωτερικός δανεισμός των κρατών μελών ομαλοποιήθηκε και η ύφεση υποχωρεί.

√ Αποδείχτηκε ότι το ευρώ, παρά τους κλυδωνισμούς που υπέστη, άντεξε στην κρίση και δεν είναι τόσο ελαττωματικό όσο προβλήθηκε αρχικά. Κυρίως διαπιστώθηκε μετά από τρία χρόνια, ότι το πρόβλημα αφορά κυρίως τον έλεγχο και την εποπτεία  του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και όχι τόσο τις υπαρκτές αδυναμίες της αρχιτεκτονικής του ευρώ.

√ Οι ασύμμετρες ροές κεφαλαίων στην Ευρώπη δεν είναι ασύμβατες ούτε απαγορευτικές με τη λειτουργία  υγιών εθνικών οικονομιών. Ο εξωτερικός δανεισμός από τις πλουσιότερες χώρες προς τις φτωχότερες είναι επιθυμητός, με την προϋπόθεση ότι οι πιστώσεις που αντλούνται θα πρέπει να χρηματοδοτούν επενδύσεις και όχι να σπαταλούνται στην κατανάλωση και στις πελατειακές ανάγκες των πολιτικών συστημάτων προκειμένου να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους, όπως έγινε στην Ελλάδα και όχι μόνο.

√ Τέλος οι πρόσφατες Γερμανικές εκλογές που  όπως άλλωστε διαφαίνεται, ισχυροποιούν το συντηρητικό μπλοκ πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζεται τις τύχες των ευρωπαϊκών λαών στο αμέσως προσεχές διάστημα. Η ανάδειξη της κ Αγ. Μέρκελ, περίπου σε «αυτοκράτειρα» της Ευρώπης, δικαιώνει στα μάτια των Γερμανών την πολιτική της,  ενώ το κύρος της και η επιρροή της υπερβαίνει κατά πολύ την αίγλη και την ισχύ της πάλαι ποτέ σιδηράς κυρίας της Ευρώπης Μ. Θάτσερ που ως γνωστόν επέβαλλε το νεοφιλελεύθερο αφήγημα στην Ευρώπη. Η κ Α. Μέρκελ προετοιμάζεται για το νέο αφήγημα της «Γερμανικής Ευρώπης» Είναι πλέον υπόθεση των ευρωπαίων πολιτών και της Αριστεράς να το ανακόψουν.       
Τι έγινε στην Ελλάδα.

√ Η κρίση χρέους  ξεκίνησε από την Ελλάδα. Ο καθυστερημένος,  ανεπιτυχής, και αδιέξοδος χειρισμός της από την τρόικα την επιδείνωσε σοβαρά. Μέσα σε 6 χρόνια ύφεσης η χώρα απώλεσε το 1/4 του ΑΕΠ το 1/3 των θέσεων εργασίας και το 1/3 του εισοδήματος των μισθωτών και των συνταξιούχων χωρίς να βελτιώσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητά της

√ Η δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδας λόγω της ιδιαιτερότητάς της, αφού  η δημοσιονομική της κατάρρευση προϋπήρχε της κρίσης χρέους της ευρωζώνης,   αντιμετωπίστηκε με αμοιβαιοποίηση του χρέους της, με σκληρά όμως προγράμματα «διάσωσης» με την άκρως ανάλγητη, δεσμευτική και  εξωπραγματική πρακτική δημοσιονομικής προσαρμογής του ΔΝΤ (σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο)  την άτεγκτη λογική των  μνημονίων  και τους εκβιασμούς της τρόικα.

√ Κύριες αιτίες που διαδραματίστηκαν στην Ελλάδα και προκάλεσαν το βάθεμα της δημοσιονομικής κρίσης και επέφεραν γενικότερη ζημία στην αναδυόμενη κρίση χρέους στην ευρωζώνη ήταν:

• Η ανεύθυνη παραποίηση των στατιστικών στοιχείων από τις Ελληνικές κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ πριν από το ξέσπασμα της κρίσης.

• Η ανεξέλεγκτη σπατάλη δημόσιων πόρων για τις ανάγκες συντήρησης των πελατειακών σχέσεων και των εκλογικών αναγκών των δύο κομμάτων του δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), που προέρχονταν από τον ευρωπαϊκό δανεισμό, δηλαδή από χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων, η οποία προκάλεσε πολύ άσχημο κλίμα σε βάρος της Ελλάδας.

• Η συνειδητή αντίσταση του εγχώριου πολιτικού και διοικητικού  προσωπικού, όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων, να  αντιμετωπίσουν τα χρόνια δημοσιονομικά προβλήματα που προκαλούσαν, και προκαλούν ακόμα και σήμερα, ταμειακού χαρακτήρα ελλείμματα και ανισορροπίες, όπως το ανεπαρκές και ταξικά προσανατολισμένο φορολογικό σύστημα, η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή και η εισφοροδιαφυγή, οι σπατάλες στην υγεία, στην ασφάλιση και στον ευρύτερο διοικητικό μηχανισμό, που στη συνέχεια τροφοδοτούν την εκτεταμένη  φαιά οικονομική ζώνη της χώρας (παραοικονομία), το ύψος της οποίας  υπερβαίνει ακόμα και σήμερα το 30% του ΑΕΠ και πλήττει  καίρια και διαχρονικά την εθνική οικονομία.

• Ο ανεξέλεγκτος εξωτερικός δανεισμός του δημόσιου τομέα που ήταν προσανατολισμένος στην κατανάλωση και  στις σπατάλες και όχι στις αποδοτικές δημόσιες επενδύσεις.

• Η επικίνδυνη για την οικονομία και καταστροφική για την κοινωνία πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης» που εφάρμοσαν οι  4 μνημονιακές κυβερνήσεις  με επιβολή άδικων και εξοντωτικών οριζόντιων μέτρων σε βάρος των αδύναμων κοινωνικών κατηγοριών και στρωμάτων, σε συνδυασμό με την κατάρρευση του  προκαπιταλιστικού μοντέλου  οργάνωσης της παραγωγής (με το κλείσιμο χιλιάδων μικρομάγαζων) μετά τη δραστική μείωση της ζήτησης, προκάλεσαν εκρηκτικό μείγμα  που τροφοδότησε την ύφεση, την ανεργία και την κοινωνική εξαθλίωση. Ρύθμιση δημοσιονομική σε αυτό το μείγμα όπως άλλωστε διαφάνηκε ήταν περίπου αδύνατο να επιβληθεί χωρίς την πλήρη καταστροφή του.

ΙΙ. Πολιτικές προεκτάσεις της κρίσης

Στην Ευρώπη η κρίση χρέους ανέδειξε και ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα που δυστυχώς δεν προκλήθηκε για πρώτη φορά στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Είναι το μεγάλο έλλειμμα της Δημοκρατίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άνοιξε ζήτημα σοβαρό πώς αποφασίζονται και προωθούνται αδιέξοδες και καταστροφικές πολιτικές στο όνομα των λαών τις Ευρώπης με αποφάσεις κορυφής των ανεξέλεγκτων θεσμικά εκπροσώπων  του Συμβουλίου Κορυφής. Ανάλογο πρόβλημα είχε προκύψει και στην περίοδο 1920-1940. Ακούγονταν και τότε ανάλογα συνθήματα με αυτά της σημερινής Χρυσής Αυγής, για την αθλιότητα της δημοκρατίας και τη διαφθορά των  κοινοβουλευτικών θεσμών. Η αμφισβήτηση της δημοκρατίας εκείνης της περιόδου, οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στο Ναζισμό και σε νέο αιματοκύλισμα τους λαούς  της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου.

Αναζητείται επομένως τρόπος διασφάλισης της έννοιας της «λαϊκής κυριαρχίας» σε επίπεδο υπερεθνικό, εκείνο δηλαδή  της «εταιρικής συμφωνίας κρατών» της Ε.Ε. Το κυρίαρχο Συμβούλιο Κορυφής και η Εκτελεστική Εξουσία του υπερεθνικού οργανισμού της Ε.Ε, είναι απαλλαγμένα από τον οργανωμένο και θεσμοποιημένο λαϊκό έλεγχο, με εξαίρεση τις  ισχνές ελεγκτικές αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που δεν αποτελεί «κυβερνώσα δύναμη», όπως συμβαίνει στο εθνικό επίπεδο, αλλά όργανο συναπόφασης.

Αναζητείται σήμερα πλαίσιο νομιμοποίησης της Δημοκρατίας και της Εκτελεστικής Εξουσίας σε υπερεθνικό επίπεδο, χωρίς να περιορίζονται τα κυρίαρχα δημοκρατικά δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο. Αναζητούνται τρόποι θεσμοθέτησης νομιμοποιητικών διαδικασιών στο πρωτότυπο υπερεθνικό μόρφωμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι κεκτημένες κανονιστικές ρυθμίσεις που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο να καθιερωθούν και σε υπερεθνικό.

Η Σύγχρονη Ριζοσπαστική Αριστερά οφείλει να επεξεργαστεί μια ολοκληρωμένη πρόταση «συνταγματοποίησης» της εκτελεστικής και νομοθετικής οντότητας της Ενωμένης Ευρώπης, που ως γνωστόν στηρίζεται σε δύο σημαντικούς νεωτερισμούς. Οι πολίτες της Ένωσης μοιράζονται την κυριαρχική εξουσία με τον υπερεθνικό οργανισμό, με βάση το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, του οποίου οι αρμοδιότητες είναι κυλιόμενες και εν πολλοίς αδύναμες και παράλληλα τα κράτη μέλη μέσω του Συμβουλίου Κορυφής, εκφράζουν με διακυβερνητική διαδικασία, ομόφωνη ή κατά πλειοψηφία, τη συμπαγή και κυρίαρχη βούληση της πανίσχυρης «εταιρικής συμφωνίας» των κρατών.

Το έλλειμμα αυτό γεννά το φόβο και την ανασφάλεια στους ευρωπαίους πολίτες και  οδηγεί στον ευρωσκεπτικισμό και στην συνεπακόλουθη άνοδο φυγοκεντρικών, συντηρητικών και εθνικιστικών δυνάμεων που «ξεθωριάζουν» αν δεν υπονομεύουν  το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης. Είναι πλέον εμφανές ότι οι ρυθμοί ολοκλήρωσης της ενοποίησης  «βαλτώνουν» και οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που στήριζαν το όραμα αυτό περιορίζονται. Είναι καιρός η Ριζοσπαστική Αριστερά να επανασχεδιάσει το όραμα της Ενωμένης  Πολιτικής και όχι μόνο Οικονομικής Ευρώπης. Υπάρχουν ήδη σημαντικές θεωρητικές επεξεργασίες για μια εφικτή «κανονιστική ρύθμιση» της Ευρώπης των λαών, της οικονομικής και κοινωνικής δημοκρατίας που θα υπερβαίνουν τις συμφωνίες των εταιρικών κρατών μελών. Το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) στο επικείμενο 5ο Συνέδριό  του, είναι βέβαιο ότι θα ανοίξει αυτό το μέγα πρόβλημα για το μέλλον της Ευρώπης

ΙΙ Στην Ελλάδα τα πολιτικά πράγματα συνέπεια και της κρίσης, έχουν πάρει αμφίρροπες διαστάσεις. Κυριαρχούν εξωπραγματικές και σχηματικές διαιρέσεις και πολιτικές έντασης που επιτείνουν τη σύγχυση και τα αδιέξοδα.

Η Ελλάδα περνάει μια παρατεταμένη, πολύμορφη και αδιέξοδη κρίση πολιτική, οικονομική, κοινωνική πολιτισμική, κρίση αρχών αξιών και προσώπων.

Μια πρώτη μάλλον εύκολη διαπίστωση είναι να ανατραπούν οι πολιτικές εκείνες δυνάμεις που οδήγησαν την χώρα στην σημερινή καθολικού χαρακτήρα κατάρρευση. Για να υλοποιηθεί όμως η αναγκαία κυβερνητική αλλαγή πρέπει να υπάρχει «εναλλακτική» με την απαραίτητη κοινωνική και πολιτική στήριξη για να ανατρέψει τη σημερινή μνημονιακή διακυβέρνηση, που ενώ εμφανίζει σαφή σημάδια κόπωσης, κοινωνικής αποστροφής σε βάρος της και οικονομικά αδιέξοδα, δεν έχει προκαλέσει ασφαλές κοινωνικοπολιτικό ρεύμα ανατροπής της.

Και εδώ διαφαίνεται μια πρώτη απάντηση. Ο ΣυΡιζΑ αποτελεί κατ’ αρχήν εναλλακτική. Η πρόσφατη εκτίναξή του μετά από  δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις στο 27%, αφήνει σοβαρά περιθώρια  για να αναζητηθεί μέσω αυτού του νέου σχετικά κόμματος της Αριστεράς ανατροπή και διέξοδος.

Σύμφωνα όμως με τις διαφαινόμενες πολιτικές συνθήκες εντός  και εκτός εθνικών συνόρων, ιδιαιτέρως μετά και το θρίαμβο της κ Μέρκελ που στηρίζει ανοιχτά τον κ Σαμαρά, με εξαίρεση ενός τυχαίου γεγονότος ή ατυχήματος, η δικομματική συγκυβέρνηση όπως άλλωστε δηλώνει, θα επιχειρήσει να εξαντλήσει την θητεία που προβλέπει το σύνταγμα. Άλλωστε ποντάρει στην κούραση, στο φόβο και στην εξαθλίωση, οικονομική και ψυχική του εκλογικού σώματος, για να παρατείνει  την εξουσία της.

Οι ενδιάμεσες ευρωεκλογές και οι εκλογές της αυτοδιοίκησης ενδεχομένως να επιδεινώσουν του πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς σε βάρος της, δεν διασφαλίζουν όμως και την προοπτική της άμεσης ανατροπής της, απαίτηση  που εκφράζει ανοιχτά ένα μεγάλο μέρος της Ελληνικής κοινωνίας, κυρίως από τα κοινωνικά στρώματα των εργαζομένων, των ανέργων, της νεολαίας και  των αυτοαπασχολουμένων.

Παράλληλα ο σχηματικός διαχωρισμός των πολιτών σε δύο κατηγορίες προφανώς άνισες, κατά του μνημονίου,  σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, μαζί και με τις δημοσκοπήσεις, που ενδεχομένως να μην αποτυπώνουν, για ευνόητους λόγους,  επακριβώς τους πραγματικούς συσχετισμούς του εκλογικού σώματος, δεν επιτρέπουν σαφείς εκτιμήσεις για τις διαθέσεις του εκλογικού σώματος, ούτε εγγυώνται αδιαμφισβήτητα το προβάδισμα του ΣυΡιζΑ, ώστε να σφραγίσει από σήμερα την εκλογική του νίκη στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Ο ΣυΡιζΑ προφανώς αποτελεί τη μοναδική εναλλακτική, αλλά παράλληλα οι υφιστάμενοι πολιτικοί συσχετισμοί στο πολιτικό και εν μέρει στο κοινωνικό επίπεδο δεν δείχνουν να ευνοούν εμφανώς τη δυναμική, μαζική και αποφασιστική συσπείρωσή του, ενώ καμία άλλη πολιτική δύναμη, μικρότερη ή μεγαλύτερη που κινείται στο χώρο της Αριστεράς δείχνει έστω ανοχή, αν όχι επιθετικότητα, για το πολύ δύσκολο έτσι ή αλλιώς εγχείρημά του, της ανατροπής των μνημονιακών δυνάμεων από την εξουσία τουλάχιστον μέχρι τις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Εμφανίζει σαφώς έλλειμμα πολιτικών συμμαχιών για το οποίο προφανώς δεν ευθύνεται πλήρως ο ίδιος, που όμως αποδυναμώνει τη δυναμική του. Η προκλητική και απαράδεκτη συμπεριφορά απομόνωσης του ΣυΡιζΑ από τη συγκυβέρνηση, ο οποίος  ως γνωστόν   ασκεί μόνο εικονικό θεσμικό ρόλο, αντί του πραγματικού και κορυφαίου ρόλου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είναι πρωτοφανής στα ελληνικά και διεθνή δεδομένα.

Με βάση τα παραπάνω είναι ευνόητο ότι ο ΣυΡιζΑ όχι μόνο δεν προβάλλεται ως η εναλλακτική πρόταση εξουσίας, αλλά αντιμετωπίζεται επικοινωνιακά περίπου ως τρομοκρατική οργάνωση κουκουλοφόρων στο ένα άκρο του σκοτεινού δίπολου, ενώ στο άλλο τοποθετείται η Χρυσή Αυγή. Το επικοινωνιακό πλήγμα που δέχεται ενδεχομένως να μην επηρεάζει τους αριστερούς ψηφοφόρους του, σαφώς όμως δυσκολεύει την ανάπτυξη της επιροής του στο σώμα των ελλήνων ψηφοφόρων ανδρών και γυναικών που βρίσκονται πολιτικά πέραν των ορίων της Αριστεράς.

Η διαστρεβλωμένη και παραμορφωτική εικόνα του πολιτικού του προφίλ που προβάλλεται από τα συστημικά μέσα επικοινωνίας δυσκολεύει, αν δεν βλάπτει την αύξηση της εκλογικής του επιρροής. Την εικόνα αυτή τροφοδοτούν παραφωνίες, πρακτικές  και χειρισμοί που εκπέμπονται εκ των έσω, και για αυτό διευκολύνουν την επικοινωνιακή υπονόμευσή του.  Ο μόνος που προσπαθεί και σε πολύ μεγάλο βαθμό το επιτυγχάνει να εκπέμπει σαφή και σταθερή πολιτική εικόνα του ΣυΡιζΑ είναι ο Α. Τσίπρας, ο οποίος μάλιστα τελευταία δέχεται επιθέσεις και κάτω από τη μέση, προφανώς χωρίς ουσιαστική ενόχληση, ούτε του ίδιου ούτε του κόμματος που εκπροσωπεί, η δε δημοτικότητά του κατά την άποψή μου συνεχίζει να ανέρχεται σταθερά μέσα και έξω από τη χώρα.

Δια ταύτα ο ΣυΡιζΑ με εξαίρεση τον Α. Τσίπρα, δεν μπορεί, στο συγκεκριμένο εικονικό επικοινωνιακό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί, με τη συμβολή του όλου συστήματος μέσα και έξω από τη χώρα, να  εκπέμψει την εικόνα του σοφού, σοβαρού, συγκροτημένου, Αριστερού Ριζοσπαστικού Κόμματος, που είναι προγραμματικά και στελεχιακά εξοπλισμένο και έτοιμο να διαχειριστεί με σταθερότητα εγγύηση και ασφάλεια τη διακυβέρνηση της χώρας, γεγονός που θα εκτινάξει για μια ακόμη φορά τα ποσοστά του σε επίπεδο αυτοδυναμίας που επιδιώκει. Απαιτείται για αυτό λοιπόν ριζική αναδιάρθρωση της επικοινωνιακής πολιτικής του σε όλα τα επίπεδα για να προχωρήσει αποτελεσματικά στον επιδιωκόμενο στόχο του.   

 

       

 

 

  

      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου