Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Μύθος η κατάρρευση της ευρωζώνης


  ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ ΥΠΕΥΘΥΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Έχουν περάσει έξη  περίπου χρόνια από τη χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007 και τέσσερα  χρόνια από την ευρωπαϊκή «κρίση χρέους» 2009, που αποτελεί τη συνέχεια  της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης. Ένα τσουνάμι φτηνού χρήματος κατέκλυσε την  παγκόσμια οικονομία μεταξύ 2002 και του 2008. Ήταν όμως κάτι περισσότερο από ένα οικονομικό φαινόμενο, προσέφερε αφειδώς ρευστότητα και φτηνό χρήμα στις αναπτυγμένες κοινωνίες, οι οποίες (κράτη και πολίτες) ανακάλυψαν τις καταπιεσμένες πλευρές τους και επιδόθηκαν σε έναν άκρατο καταναλωτισμό που με κανέναν άλλο τρόπο δεν θα είχαν την δυνατότητα να τον πραγματοποιήσουν.

Εξολοθρευτές των οικονομιών των υποψήφιων κρατών-θυμάτων, οι τράπεζες που εκτροχιάστηκαν με την ανεξέλεγκτη χορήγηση δανείων, προκαλώντας έκρηξη των δημόσιων και  ιδιωτικών χρεών σε πληθώρα ανεπτυγμένων χωρών, καθώς και οικονομικές φούσκες διαφόρων ειδών. Ισλανδία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία και Ιταλία αποτέλεσαν τα πρώτα θύματα μετά τις ΗΠΑ.



Αρχιτέκτονας του εγχειρήματος που τελικά κατέληξε σε θεομηνία, ο ανεξέλεγκτος χρηματοπιστωτικός κλάδος που μετά την πλήρη απορρύθμισή του, η οποία  κατήργησε κάθε υποτυπώδη έλεγχο και όριο στη διασυνοριακή κίνηση κεφαλαίων, ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και μεταδόθηκε με μεγάλη ταχύτητα σαν μολυσματική νόσος σε όλο τον πλανήτη. Η ασύδοτη αυτή κίνηση των κεφαλαίων μέσω τραπεζών συνεχίζει το παιχνίδι της και σήμερα, προκαλώντας οικονομικούς κλυδωνισμούς όπου αναπτύσσεται  ροή κεφαλαίων.

Έχουν γραφτεί πολλά και γράφονται ακόμα, από  οικονομολόγους, αναλυτές, πολιτικούς και προτείνονται επίσης πολλά, μεσούσης της διεθνούς κρίσης και της στασιμότητας, για διέξοδο από την αστάθεια και την αβεβαιότητα, που ταλανίζουν τα οικονομικά του πλανήτη. Η εμπειρία και η γνώση από τη βαθιά χρηματοοικονομική κρίση και τη συνεχιζόμενη  ημιτονοειδή πορεία της παγκόσμιας οικονομίας στην μετά την κρίση εποχή, δεν έχει ολοκληρωθεί, όπως δείχνουν οι ασταθείς οικονομικές εξελίξεις και οι διακυμάνσεις  που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, αλλά και οι αντιφατικές ερμηνείες για το είδος και τη διάρκεια  της κρίσης, για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν εθνικές οικονομίες, περιφερειακές ολοκληρώσεις και οικονομικές ζώνες μεταξύ των οποίων και η ευρωζώνη.

Οι ΗΠΑ ξεπέρασαν την κρίση αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά και με ταχύτατες ενέργειες  την επικείμενη κατάρρευση του τραπεζικού τους συστήματος. Η  κατάρρευση μιας από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες τους, της Lehman Brothers και η  οικονομική κρίση που την ακολούθησε, ήταν τα συμπτώματα  των διογκωμένων χρεών, των παγκόσμιων ανισορροπιών,  της υπερβολικής ισχύος του χρηματοοικονομικού τομέα και της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, που στήριξαν το μοντέλο κατανάλωσης ο οποίο  βασίστηκε στο δανεισμό. Η  κυβέρνηση των ΗΠΑ ανέλαβε δράση μέσω της κοπής χρήματος και της απεριόριστης οικονομικής στήριξης των αμερικανικών τραπεζών και απομάκρυνε τον κίνδυνο της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος.

 Όμως τα μέτρα που έλαβαν οι ΗΠΑ και οι άλλες κυβερνήσεις,  μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers  δεν είχαν κανένα σημαντικό αποτέλεσμα στη λειτουργία του εγχώριου και παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το διεθνές τραπεζικό σύστημα παραμένει στην ίδια αντιπαραγωγική λειτουργία, και δεν στηρίζει την πραγματική οικονομία. Τα χρηματοοικονομικά εργαλεία του, όπως οι μετοχές, τα ομόλογα και τα παράγωγα αποτελούσαν αρχικά χρηματοπιστωτικό πεδίο συναλλαγών για αξιώσεις σε πραγματικές επιχειρήσεις στη συνέχεια  και μετά χρόνια οι συναλλαγές των αξιώσεων αυτών έγιναν οι ίδιες πιο επικερδείς, οδηγώντας σε μια δυσανάλογη αύξηση στα επίπεδα της χρηματοοικονομικής δραστηριότητας έναντι αυτής των πραγματικών επιχειρήσεων. Οι ρυθμιστικές αρχές ανά τον πλανήτη, αντί να προβούν σε ουσιαστικές ρυθμίσεις ώστε ο χρηματοοικονομικός τομέας να επιστρέψει στην πραγματική λειτουργία του, να κάνει πληρωμές να φέρνει σε επαφή τους δανειστές και τους δανειολήπτες και να προσφέρει απλά εργαλεία διαχείρισης ρίσκου, προωθούν πολύπλοκους ελέγχους στην ρευστότητα, τις συναλλαγές και τα κεφάλαια, δημιουργώντας νέα ρυθμιστικά κενά που τα εκμεταλλεύονται οι επενδυτές και οι επιχειρήσεις.

Μια πραγματική λύση θα απαιτούσε τη μείωση του χρέους, την αντιστροφή των ανισορροπιών, τη μείωση της ισχύος του χρηματοοικονομικού τομέα και την αλλαγή των κοινωνικών συμπεριφορών. Βραχυπρόθεσμα, τα μέτρα αυτά θα οδηγούσαν σε σημαντική οικονομική συρρίκνωση και σε χαμηλότερα επίπεδα διαβίωσης μακροπρόθεσμα, θα απελευθέρωναν το σύστημα από μη βιώσιμες επιλογές π.χ τα μεγάλα και επικίνδυνα  μεγέθη των ανεξέλεγτων τραπεζών που συνεχώς διευρύνονται και γίνονται πανίσχυρα.    

Πάντως η επεκτατική πολιτική που άσκησε η Κυβέρνηση Ομπάμα κάλυψε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα την κρίση και ομαλοποίησε σε σημαντικό βαθμό την πορεία της αμερικανικής οικονομίας.  Οι ΗΠΑ  ξαναβρήκαν το δρόμο τους και την ισορροπία της Εθνικής οικονομίας τους με τις διεθνείς αγορές πλάι  στη συνέχιση της ανεξέλεγκτης λειτουργίας του τραπεζικού τους συστήματος.

Στην Ευρώπη, η κρίση χρέους που ενέσκηψε το 2009 προκάλεσε στο εσωτερικό της, μετά από μια μάλλον σκόπιμη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων, πολύμορφες αντιδράσεις και διεργασίες διαρκείας, οι οποίες δεν έχουν κοπάσει αφού η κρίση συντηρείται. Η Ε.Ε επέτυχε το ακατόρθωτο. Έγινε θύμα της κρίσης χρέους και θύτης των ελλειμματικών χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Πρώτο θύμα και ταυτόχρονα πειραματόζωο αναδείχτηκε η χώρα μας, η οποία μετά από δύο προγράμματα βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής από την τρόικα και τις κοινωνικά ανάλγητες  μνημονιακές κυβερνήσεις, είναι βυθισμένη σε βαθιά ύφεση, με 28%  ανεργία, δραματική μείωση του ΑΕΠ στα 6 χρόνια της ύφεσης κατά το 25%, και εκτίναξη του δημόσιου χρέους ξανά στα 320 δις ευρώ, από 299 δις τ0 2009 γεγονός που το καθιστά μη βιώσιμο.  Σήμερα αναζητείται από τα διεθνή και εγχώρια συντηρητικά  κέντρα ένα ακόμη, κοινωνικά αβάσταχτο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, χωρίς ίχνος ανάπτυξης και νέα σκληρά μετρά σε βάρος του ελληνικού λαού. Ανάλογα προβλήματα σε μικρότερη όμως ένταση, αντιμετωπίζουν και οι υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Μετά το μύθο της σπάταλης και αντιπαραγωγικής Ελλάδας, η κρίση χρέους αποδόθηκε  σε νέο μύθο, στην ασυμμετρία ανάμεσα στις πλούσιες ανταγωνιστικές χώρες, τις οποίες οι καθορισμένες συναλλαγματικές ισοτιμίες του ευρώ, τις μετέτρεψαν σε διαρθρωτικούς αποταμιευτές, και στις φτωχές μη ανταγωνιστικές και ελλειμματικές  χώρες, των οποίων οι σπατάλες και οι καταναλωτικές  δαπάνες, επιδείνωσαν την κρίση χρέους  και χειροτέρεψαν την αστάθεια του ευρώ.

Ο μύθος αυτός προκάλεσε έναν άλλο εναλλακτικό μύθο, που προβάλλουν οι ευρωσκεπτικιστές, ότι τα φτωχά κράτη μετά την απώλεια άσκησης νομισματικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο, δε έπρεπε να ενταχθούν στην ευρωζώνη διότι θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν το Βορρά με μόνιμες πληρωμές προς το Νότο και για αυτό αναδείχτηκε ως πολιτική πρόταση το Grexit. Τελικά ο κίνδυνος κατάρρευσης του ευρώ αποσοβήθηκε μετά την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής  Κεντρικής Τράπεζας που αποφάσισε να αναλάβει το ρόλο του «τελευταίου δανειστή» των κρατών μελών καθ’ υπέρβαση των συνθηκών.

Προσφάτως οι διεθνείς εκτιμήσεις, για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας έδειξαν ότι διαφαίνεται ανάκαμψη στην Ευρώπη, η οποία όμως συνοδεύεται με αντίστοιχη επιβράδυνση στις χώρες των BRICS, γεγονός που δείχνει ότι καταρρίπτεται ένας ακόμη μύθος, της ενσωμάτωσης των ισχυρότερων οικονομιών του αναδυόμενου κόσμου (Ρωσία, Βραζιλία, Κίνα, Ινδία, Νότια Αφρική),σε μια ενιαία ομάδα με σταθερές επιδόσεις και σημαντικό  κοινό ρόλο στη διεθνή οικονομική σκηνή, ανάλογο με εκείνον της Ε.Ε, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα .

Οι αναδυόμενες αυτές χώρες παρουσιάζουν βεβαίως κοινά προβλήματα και επιδιώξεις, ταυτόχρονα όμως εμφανίζουν διαφορές που προσδιορίζουν τη σημερινή μάλλον διαφοροποιημένη πορεία τους εν μέσω της παρατεταμένης πορείας αστάθειας και αβεβαιότητας της παγκόσμιας οικονομίας.

Μέχρι πρότινος η Ευρώπη εμφάνιζε κρίση του ευρώ και στασιμότητα και οι αναδυόμενες οικονομίες σταθερή μεγέθυνση. Προσφάτως, όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης της Ευρώπης οι αναδυόμενες οικονομίες ανέκοψαν τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και σήμερα εν μέσω κρίσης και νέου περιφερειακού πολέμου στον Αραβικό Κόσμο βυθίζονται στην στασιμότητα και σε υποτιμήσεις των νομισμάτων τους.

Με βάση τα παραπάνω, στοιχειοθετείται μια νέα εκτίμηση για την κρίση στην ευρωζώνη που απέχει πολύ από τους μέχρι σήμερα διατυπωμένους μύθους. Η κρίση  χρέους σε πολλές χώρες της ευρωζώνης έχει μεγαλύτερη σχέση με την κακή εγχώρια πιστωτική ρύθμιση κάθε κράτους παρά με τις ανισορροπίες κεφαλαίων ανάμεσά τους, αν και αναμφισβήτητα αυτές οι ανισορροπίες όπως προαναφέρθηκε, ενθάρρυναν τις κακές εγχώριες πολιτικές των κρατών μελών, ελλειμματικών και πλεονασματικών. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις προφανώς η Ελλάδα από τις ελλειμματικές αλλά και η Ολλανδία από τις πλεονασματικές. Η Ολλανδία που είναι ως γνωστόν δημοσιονομικά η πρώτη και καλύτερη πλεονασματική χώρα της ευρωζώνης,  εμφανίζει συντελεστή χρέους ως προς το εισόδημα 250%, και μετά από μια ιδιάζουσα πιστωτική φούσκα οδηγείται στην ύφεση (0,2% ανάπτυξη).

Το σημαντικό όμως εν μέσω των  αναδυόμενων  μύθων για την πορεία και το μέλλον της ευρωζώνης είναι ότι το ευρώ δεν είναι τόσο ελαττωματικό όσο προβλήθηκε ως τέτοιο.

Οι ασύμμετρες ροές κεφαλαίων δεν είναι ασύμβατες με υγιείς οικονομίες, ο δανεισμός του ιδιωτικού τομέα από τις πλουσιότερες χώρες προς τις φτωχότερες είναι επιθυμητός, με την προϋπόθεση ότι οι πιστώσεις αυτές πρέπει να χρηματοδοτούν επενδύσεις και όχι να σπαταλούνται στην κατανάλωση όπως έγινε στην Ελλάδα και στον ευρωπαϊκό  Νότο. Αυτό απαιτεί σοβαρότερες πολιτικές και ρύθμιση του  πιστωτικού-τραπεζικού συστήματος. Στην Ευρώπη, όπως έχουν δείξει τα πράγματα, το τραπεζικό σύστημα ακολουθώντας το παράδειγμα των τραπεζών πέραν του ατλαντικού, αποτέλεσαν τον κριό ανάδειξης του υπερδανεισμού σε πολιτική, για την προκλητική  και ασύδοτη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μεγάλων πολυεθνικών ομίλων και των μονοπωλιακών συγκροτημάτων που ελέγχουν τις περισσότερες κυβερνήσεις των χωρών της Ένωσης.

Διαφαίνεται όμως ότι η ευρωζώνη αφού δοκίμασε με τις απαιτήσεις και των αγορών, όπως άλλωστε ομολογήθηκε από επίσημα χείλη (Γιουνκέρ),λανθασμένες πολιτικές, τώρα αρχίζει να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της εποπτείας και του ελέγχου του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος σε όλη την ευρωζώνη.

Δια ταύτα, βασικός στόχος των ευρωπαϊκών κοινωνιών και  της ισχνής δυστυχώς ακόμη  ευρωπαϊκής Αριστεράς, είναι να ανατρέψουν τους υφιστάμενους συσχετισμούς πολιτικών δυνάμεων, για να ανοίξει ο δρόμος για βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές,  που θα συμβάλλον προς ένα εναλλακτικό και ελπιδοφόρο μέλλον της Ευρώπης.

 

     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου