Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Μύθοι και πραγματικότητα στην παγκόσμια οικονομία


Έχει περάσει μια ολόκληρη πενταετία από την έναρξη της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008 και η  παγκόσμια οικονομία διατηρεί στοιχεία αστάθειας και αβεβαιότητας, παρά τις  επί μέρους διακυμάνσεις ανάκαμψης ή επιβράδυνσης, που εμφανίζονται στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι.
Η μακρά όμως περίοδος της κρίσης, επιτρέπει αξιόπιστες εκτιμήσεις για τη διαχείρισή της, τις μεταβολές της στη φάση ανάκαμψης της διεθνούς οικονομίας, τις εξελίξεις και τα νέα δεδομένα, τις ανομοιομορφίες  στους ρυθμούς ανάπτυξης  στις διάφορες γεωγραφικές και οικονομικές ζώνες του πλανήτη, τις σχέσεις αλληλεξάρτησης των αναπτυγμένων και των υπό ανάπτυξη χωρών στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιούμενης οικονομίας, προκειμένου να κατανοηθούν και οι συνεπακόλουθες διεθνείς, γεωπολιτικές και πολιτικές εξελίξεις. Βασικό συμπέρασμα που προβάλλεται είναι ότι  οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και η Νοτιοανατολική Ασία στην οποία λειτουργούν οι μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες των BRICS(Κίνα ,Ινδίες) και η Ιαπωνία, εμφανίζουν αυτή την περίοδο, σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με την έναρξη της κρίσης το 2008.

Η οικονομική κατάσταση στις ΗΠΑ.
Τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, διαπιστώνουν ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να διαχειρίζονται ικανοποιητικά τα μακροοικονομικά προβλήματα της οικονομίας τους, παρά τις σοβαρές δυσκολίες που αντιμετώπισαν στο  τραπεζικό τους σύστημα και στη στεγαστική  κρίση, την υποβάθμιση της δανειοληπτικής ικανότητας της χώρας, την πρόσφατη πτώση στον «δημοσιονομικό γκρεμό» έστω και για μια ημέρα και τις οριζόντιες περικοπές κονδυλίων του προϋπολογισμού που τον ακολούθησαν, παρέμειναν τελικώς όρθιες και  η χρηματιστική αγορά το βαρύ πυροβολικό των ΗΠΑ, συνεχίζει να ανθεί παρά τα ισχυρά  χτυπήματα που δέχτηκε.
Η κυβέρνηση Ομπάμα διαχειρίστηκε με επιτυχία την κρίση και προβάλλει τη νεοκεϋνσιανή επεκτατική πολιτική της, ως την πιο κατάλληλη  για την αντιμετώπιση της κρίσης και στην Ευρώπη, χωρίς δυστυχώς να εισακούγεται από τους  κατά παράδοση μονεταριστές της ευρωπαϊκής ελίτ. Σήμερα παρά τα επί μέρους δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ σε ορισμένες πολιτείες (Καλιφόρνια, Ντιτρόϊτ),  εμφανίζουν μεγάλη οικονομική ισχύ και ως εκ τούτου είναι πολύ δύσκολο να ξεσπάσει εκεί μια διαρθρωτική κρίση, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη και παλαιότερα στην Ιαπωνία ή όπως, εκφράζονται φόβοι σήμερα να συμβεί και  στις αναδυόμενες οικονομίες, οι οποίες αντιμετωπίζουν  επιβραδύνσεις στους ρυθμούς ανάπτυξής τους, λόγω της αλληλεξάρτησης τους με τις οικονομίες των δυτικών χωρών που αντιστρόφως εμφανίζουν τάσεις  ανάκαμψης.
Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, όσο για παράδειγμα έχει στην Ευρώπη, αφού οι ΗΠΑ μπορούν να το χρηματοδοτήσουν  με πολύ χαμηλά επιτόκια. Τα δεδομένα αυτά δεν αποκλείουν στο μέλλον το ενδεχόμενο μιας μεγαλύτερης και μη αντιμετωπίσιμης κρίσης στη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη.

 Οι εξελίξεις στην Ευρώπη
Αντιθέτως στην Ευρώπη ξέσπασε την ίδια περίοδο μια έντονη και βαθύτατη «κρίση χρέους» που ταλανίζει την ευρωζώνη μέχρι σήμερα. Πριν από ενάμιση χρόνο οι αγορές και διάσημοι οικονομολόγοι πίστευαν ότι η ευρωζώνη οδεύει κατευθείαν προς τη διάλυση. Όμως οι πιο πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις δείχνουν ότι τέτοιο ενδεχόμενο έχει αποσοβηθεί, χωρίς βεβαίως να μειώνεται το οξύ πρόβλημα δημοσιονομικής κρίσης των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και το χάσμα ανταγωνιστικότητας που συντηρείται μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου.
Δύο πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες  ανέτρεψαν το αρνητικό  ευρωπαϊκό οικονομικό κλίμα. Η πρώτη ήταν, η γενναία και αντιγραφειοκρατική νομισματοπιστωτική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με πρωτοβουλίες του  Ντράγκι, ο οποίος αφού προηγουμένως (το καλοκαίρι του 2012) αποφάσισε  ότι η ΕΚΤ θα κάνει τα πάντα για να υπερασπιστεί το ευρώ, ενήργησε ως ανεξάρτητος οργανισμός, αγοράζοντας από τη δευτερογενή αγορά ομολόγων απεριόριστο αριθμό ομολόγων των ελλειμματικών κρατών-μελών με ορισμένες βέβαια προϋποθέσεις (αποδοχή προγράμματος  προσαρμογής-μνημόνιο, τριετή χρόνο για την εξόφληση των ομολόγων, μη αποκλεισμό από τις αγορές του κράτους- μέλους - πχ από άρνηση πληρωμών), και η δεύτερη ήταν τα κοινωνικά ανάλγητα και επώδυνα μέτρα βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής και σκληρής λιτότητας, που ελήφθησαν σε βάρος των υπερχρεωμένων χωρών, μετά την άσκηση πίεσης και προτεσταντικής  αυστηρότητας, από τη  Γερμανία που παρέσυρε όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά στις απόψεις της, περί τεμπέληδων και σπάταλων Νοτιοευρωπαίων. 
Τελικώς η Ευρωπαϊκή Ένωση  κατάφερε με αυτό τον τρόπο να απομακρύνει τον κίνδυνο κατάρρευσης του Ευρώ και της Ευρωζώνης και σήμερα να στηρίζεται στα πόδια της, αναζητώντας βιώσιμες λύσεις για τα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη. Αν δεν είχαν ασκηθεί πιέσεις από τις αγορές και τους διεθνείς κερδοσκόπους, αν δεν είχαν χτυπήσει οι συναγερμοί του κινδύνου εν τω μέσω των γραφειοκρατικών και χρονοβόρων διαδικασιών της Ένωσης των 28 συντηρητικών στην πλειοψηφία τους κυβερνήσεων των κρατών-μελών, τα κράτη του Ευρωπαϊκού Νότου με πρώτη την Ελλάδα, θα κατέρρεαν συμπαρασύροντας στον γκρεμό και την Ευρωζώνη.
Εν τούτοις ο κίνδυνος είναι ακόμη υπαρκτός στις χώρες του Νότου, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία που συνεχίζουν να κλυδωνίζονται εν μέσω μιας διαρκούς  αστάθειας (μεγάλη ανεργία, υψηλό δημόσιο χρέος ως προς ΑΕΠ, μακροχρόνια ύφεση), παρά τα πρόσφατα δεδομένα ανάκαμψης που διαφαίνονται στην Ευρωζώνη. Ωστόσο η ανάκαμψη αυτή συμπίπτει με την επιβράδυνση που παρουσιάζεται στις χώρες των BRICS, γεγονός που επιβεβαιώνει την αλληλεξάρτηση των οικονομιών.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα της ευρωζώνης καταγράφουν ανάκαμψη μετά από 18 μήνες η οποία αφενός κατανέμεται ανισομερώς  στο εσωτερικό της, και αφετέρου πραγματοποιείται σε βάρος της ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών, από τις οποίες οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις απομαστεύουν το ¼ των εσόδων τους. Είναι επομένως εύλογος ο φόβος για ένα νέο γύρω κρίσης, που  δεν μπορεί να αποκλεισθεί, λόγω ακριβώς της αστάθειας και της αλληλεξάρτησης  που εμφανίζεται στην παγκόσμια οικονομική σκακιέρα.
Η Ιαπωνία σε συνθήκες στασιμότητας.
Ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίζει και η Ιαπωνία, που μετά από  δύο δεκαετίες στασιμότητας, δεν κατάφερε να αφυπνίσει τους Ιάπωνες. Παλινδρομεί στον αντιπληθωρισμό, στους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και στο αυξανόμενο Δημόσιο Χρέος της και δυσκολεύεται να «εκσυγχρονισθεί». Σημαντικότερη αιτία, η άνοδος της Κίνας, που την υπερκέρασε και αναπτύχθηκε ως δεύτερη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στον κόσμο παραγκωνίζοντάς την. Σήμερα η Ιαπωνία επιχειρεί να εφαρμόσει καινοτόμο, για μια συντηρητική χώρα πολιτική για να αντιμετωπίσει με τις δικές της δυνάμεις στην ανακυκλούμενη παγκόσμια ύφεση που πλανιέται στον οικονομικό ορίζοντα της Ιαπωνίας και της υφηλίου
Ευρωπαϊκός Νότος ο αδύναμος κρίκος.
Ένα από τα σοβαρότερα οικονομικά προβλήματα που παραμένουν ανοικτά ενόψει ενός νέου κύματος παγκόσμιας ύφεσης είναι ο ευρωπαϊκός Νότος, χωρίς να εξαιρείται η Γαλλία η οποία εμφανίζει και αυτή πιεστικές ανάγκες  βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών για να αντιμετωπίσει τα υφεσιακά φαινόμενα  και τα δημοσιονομικά προβλήματά  της. Διασώζεται προς στιγμή από την πολιτική Ολλάντ, καθώς κρατάει προσδεμένη τη Γαλλία  στο γαλλογερμανικό άξονα που παρά τις δυσκολίες  του, συνεχίζει να αποτελεί το σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης και για αυτό η Γαλλία από τη θέση αυτή, διατηρεί απόσταση ασφαλείας από τα άλλα χειμαζόμενα κράτη-μέλη  του ευρωπαϊκού Νότου και αποφεύγει τις οδυνηρές αναδιαρθρώσεις.
Όλα όσα συνέβησαν στην ευρωζώνη, όπως η πτώση της αξίας του ευρώ, η φυγή κεφαλαίων, οι αυξανόμενες δυσκολίες συναλλαγών με τις χώρες της περιφέρειας, η ύφεση στην Ιταλία, η διογκούμενη ανεργία σε όλες τις χώρες του Νότου, και η υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας στο σύνολο της Ένωσης, προφανώς απαιτούν νέες προσεγγίσεις. Όλο και περισσότερο η ευρωπαϊκή ελίτ, προβληματίζεται σοβαρά με τη γερμανική συνταγή της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και της άγριας λιτότητας. Παρόμοιες κριτικές ασκούνται πλέον και  από το εσωτερικό της Γερμανίας (απόψεις Μπόφινγκερ).
Η νέα πολιτική της ΕΚΤ παρέχει, στις ελλειμματικές χώρες που απειλούνται από την κρίση χρέους τον αναγκαίο χρόνο για τη σταθεροποίηση της οικονομίας τους και την πραγματοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών. Δεν λύνει όμως τα κύρια πρόβληματά τους, που είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας και το χάσμα ανάπτυξης, οι υπερβολικές κρατικές δαπάνες, η υστέρησή τους στις διαρθρωτικές παρεμβάσεις. Περιορίζεται σε προσαρμογές που ενισχύουν την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης  της Ευρωζώνης, όπως οι κοινοί κανόνες λειτουργίας και ελέγχου το ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, η κοινή δημοσιονομική πολιτική και ο κεντρικός έλεγχος των προϋπολογισμών των κρατών - μελών και "ανέχεται" μόνο  ασθενείς πιέσεις από τη Γαλλία για ώθηση της ανάπτυξης με αιχμή την ανεργία των νέων  αλλά και πολύ περιορισμένους πόρους, που παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις στην Ευρώπη.
Σε τελευταία ανάλυση η Ευρωπαϊκή Ένωση συντηρείται και θα επιχειρήσει θεσμικά βήματα σε τέσσερα μεγάλα ζητήματα.
Στο τραπεζικό σύστημα, στη κοινή δημοσιονομική πολιτική, στην προώθηση της ανάπτυξης και στην αναζήτηση μιας νέας ενωσιακής προοπτικής, μια και οι ισορροπίες και οι συνήθεις  συμβιβασμοί κορυφής δεν λειτουργούν πλέον στο πλαίσιο  της  εταιρικής συμφωνίας της ένωσης κρατών που είχαν εκχωρήσει ένα μέρος των εξουσιών τους στο ενωσιακό διευθυντήριο για τη διαχείριση των πολιτικών, συμβιβασμού και ισορροπιών της σημερινής  Ένωσης. Απαιτείται επομένως μια πιο προωθημένη σχέση ομοσπονδιακής ή συνομοσπανδιακής  μορφής για την Ευρώπη των 28 κρατών - μελών ή την μελλοντική Ενιαία Ηπειρωτική Ευρώπη. Υπάρχει τέλος άμεση ανάγκη αντιμετώπισης δύο σοβαρών προβλημάτων. Θεσμική θωράκιση του ευρώ και  ισότιμη συμμετοχή στο πολιτικό πεδίο όλων των κρατών - μελών για τη  χάραξη της κοινής πολιτικής της Ένωσης.
Tι γίνεται με την Ελλάδα.
Οι δύο πρόσφατες εκθέσεις της Ε.Ε και του ΔΝΤ δίνουν ανάγλυφη την εικόνα της Ελλάδας τρία χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, που βυθίζεται στην ύφεση, την ανεργία και στην υπερχρέωση μαζί με τις άλλες μεσογειακές χώρες της Ευρωζώνης.
Η ύφεση συνεχίζεται για έκτο συνεχή χρόνο, και είναι αμφίβολο αν η χώρα θα επιστρέψει στην ανάπτυξη το 2014. Η ανεργία σκαρφάλωσε στο 27% και στο 60% στους νέους, ενώ συντηρούνται  τάσεις περεταίρω ανόδου της  και το 2014.
Η αρνητική οικονομική κατάσταση, με μείωση της παραγωγής κατά 25% σε μια εξαετία, δυσχεραίνει την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του δεύτερου προγράμματος  προσαρμογής. Ιδιαίτερα ανήσυχοι είναι οι επίσημοι δανειστές με τους ρυθμούς μεταρρύθμισης και αναδιάρθρωσης της δημόσιας διοίκησης και της πορείας των ιδιωτικοποιήσεων. Η Μνημονιακή συγκυβέρνηση έχει δεσμευτεί να καλύψει τα κενά και τις παραλείψεις του προγράμματος που θα επιφέρουν νέα βάρη στο ήδη εξαθλιωμένο κοινωνικό σώμα. 
Η δημοσιονομική αβεβαιότητα και η από-επένδυση δεν έχουν εξαλειφτεί, ενώ οργιάζει η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή οξύνοντας έτι περεταίρω τα δημοσιονομικά προβλήματα.
Το ΔΝΤ προτείνει περισσότερη θεσμική ευελιξία στην  αγορά εργασίας και νέες περικοπές στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα, ενώ οι τυχόν αστοχίες του προγράμματος θα καλυφθούν με καινούργια οριζόντια μέτρα. Όπως ακριβώς αντιμετωπίστηκε το ζήτημα των απολύσεων στο δημόσιο τομέα μετά ένα χρόνο αναβολών και καθυστερήσεων. Η διάλυση της ΕΡΤ προκάλεσε το πρώτο ρήγμα στην τρικομματική συγκυβέρνηση και παρόλο που αποφευχθήκαν οι εκλογές, η συγκατοίκηση των δύο εναπομεινάντων κομμάτων, είναι προβληματική και η πολιτική ρευστότητα όπως εκτιμούν οι εκθέσεις είναι παρούσα, ενώ επίκειται ένα θερμό φθινόπωρο και το θέμα των πρόωρων εκλογών παραμένει επίκαιρο.
Οι εκθέσεις των δύο διεθνών οργανισμών δίνουν και «εύσημα στη χώρα και το λαό για τις θυσίες τους» για την ομαλή πορεία του δεύτερου προγράμματος, αδιαφορώντας για τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζει. Η  προσδοκία όλων είναι, μετά τις Γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου να υπάρξει κάποιου είδους  «ανάσα»  για την συγκυβέρνηση που βρίσκεται υπό διαρκή πολιτική και κοινωνική πίεση.
Είναι προφανής η διαπίστωση, ότι έχει διαγραφεί από τον ορίζοντα η προοπτική του Grexit και το Ελληνικό πρόβλημα θα αντιμετωπιστεί με τη συνολικότερη πολιτική αντιμετώπισης του ευρωπαϊκού Νότου. Δεν αποτελεί πλέον ξεχωριστό πρόβλημα έστω και αν βρίσκεται στην κορυφή της κρίσης των μεσογειακών χωρών της Ένωσης.
Είναι αυτονόητο ότι τα συμπεράσματα αυτά, θα αξιοποιηθούν από τα κόμματα τα οποία θα προσαρμόσουν αναλόγως και την πολιτική τους. Επίσης είναι καθαρό, ότι παρά τις αδυναμίες που παρουσιάζουν τα κόμματα της συγκυβέρνησης έχουν ακόμα σημαντικά περιθώρια να διαχειριστούν τα πολιτικά πράγματα της χώρας εκτός βεβαίως κάποιου τυχαίου η συγκυριακού ατυχήματος,  στοιχείο που επιβάλλει τουλάχιστον για το ΣΥΡΙΖΑ ολοκλήρωση και σταθερή προβολή του προγράμματός του το ταχύτερο δυνατό, περιορισμό της καταγγελλειολογίας που δεν προσφέρει πλέον πολιτικά οφέλη και πλήρη απεμπλοκή του από τις πρόσφατες εσωστρεφείς καταστάσεις  που αντικειμενικά προκάλεσε το πρώτο επιτυχημένο συνέδριό του.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου