Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Δημόσιο χρέος και ΔΝΤ



Η προσπάθεια για να γίνει το Δημόσιο Χρέος της χώρας βιώσιμο είναι αυτονόητο, ότι δεν εξαρτάται μόνο από την πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης. Οι ΗΠΑ που βλέπουν μακρύτερα από τους Ευρωπαίους εταίρους μας, επιμένουν  στην ελάφρυνση του ελληνικού χρέους όχι μόνο για οικονομικούς αλλά και γεωστρατηγικούς  λόγους, αφού η Ελλάδα σήμερα προβάλλεται ως γεωπολιτικά σημαντική χώρα, μια και συνορεύει με τις ασταθείς περιοχές, με τις πολιτικές αναταραχές, τους τοπικούς πολέμους, την τρομοκρατία  και το μείζον πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών.
Δεν είναι τυχαία η επίσκεψη του Αμερικανού Υπουργού Οικονομικών στην Ελλάδα, ακριβώς, μετά την πολιτική αναταραχή στην Τουρκία, που επιδεινώνει την κατάσταση στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Όμως το Δημόσιο Χρέος της χώρας δεν επιλύεται με τις αξιοσημείωτες έστω, διαθέσεις και προτροπές της κυβέρνησης του Ομπάμα.
Δύο είναι οι σημαντικές προϋποθέσεις που η έκβασή τους θα κρίνει την  ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Η Στάση της Γερμανίας που εμφανίζεται απρόθυμη στην προοπτική μιας συμφωνίας για την ελάφρυνση του χρέους, πριν από την ολοκλήρωση των αξιολογήσεων, όπως απαιτούν άλλωστε οι περισσότεροι ευρωπαίοι εταίροι και δανειστές μας και οι απαιτήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου(ΔΝΤ) που διαχρονικά παραμένουν οι ίδιες για όλες της περιπτώσεις των παρεμβάσεών του στις υπερχρεωμένες χώρες που «υποστήριξε».


Δεν είναι τυχαίο που ο Αμερικανός επίσημος παραδέχτηκε ότι η σχέση μιας υπερχρεωμένης χώρας με το ΔΝΤ «από τη φύση της» προκαλεί εντάσεις, γιατί το ΔΝΤ «παίζει το ρόλο εκείνου που θέτει προϋποθέσεις, θέτει απαιτήσεις  για την επίτευξη μακροχρόνιας  λύσης». Εδώ προφανώς αξίζει να σημειωθεί ότι οι αποφάσεις  του ΔΝΤ όπως αυτές αναπτύσσονται διαχρονικά στις παρεμβάσεις του, αγνοούν παντελώς τις βαρύτατες επιπτώσεις των απαιτήσεων του στην οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική ζωή μιας υπερχρεωμένης χώρας. Λειτουργούν με τον ίδιο κάθε φορά δογματικό τρόπο και δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις όποιες προτάσεις  και επιδιώξεις των τοπικών κυβερνήσεων, να προστατεύσουν τις χώρες τους και το λαό τους, αξιοποιώντας τις εγχώριες  εμπειρίες τους και γνωστές στην περιοχή τους εποικοδομητικές πρακτικές διεξόδου από την κρίση. Παράλληλα πλήττουν με ακραία σκληρότητα την κάθε χώρα στην οποία παρεμβαίνουν  για να «στηρίξουν» τη οικονομική εξυγίανσή της.  
Ας δούμε, πια είναι η «φύση»  του ΔΝΤ στις παρεμβάσεις του και οι επιπτώσεις των «απαιτήσεών» του στην κάθε χώρα που αγωνίζεται με τη «συμβολή» του για να βρει διέξοδο από την οικονομική κρίση που την μαστίζει.
Είναι γνωστό στην οικονομική σκέψη ότι για τις πολλές οικονομικές κάμψεις, η καλύτερη συνταγή είναι η τυπική συνταγή του Κέϊνς: Επεκτατική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική. Μια ύφεση που όσο πάει βαθαίνει δεν αντιμετωπίζεται με πολιτικές που επιτείνουν την ύφεση. Μια ύφεση "που όσο πάει και βαθαίνει" επιδεινώνει τα προβλήματα. Οι πολιτικές του ΔΝΤ που βαθαίνουν την ύφεση καθιστούν την ανάκαμψη πιο δύσκολη. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Ελλάδα, οι κρίσεις προκαλούνται από διεφθαρμένες κυβερνήσεις που ξοδεύουν πέρα από τις δυνατότητές τους και παράλληλα ανέχονται τις ακραίες επιλογές και τα λάθη του ΔΝΤ που στην περίπτωση της Ελλάδας. Μια αδιέξοδη στρατηγική  του συντηρήθηκε για υπερβολικά πολύ καιρό  αφού είχε γίνει σαφές, ότι η εικόνα της υπερχρεωμένης Ελλάδας δεν είχε σχέση με την εικονική πραγματικότητα που επεξεργάστηκε  το ΔΝΤ. Ήταν από τη μία σκόπιμη μεθόδευση, για να διασωθούν οι Τράπεζες της Γερμανίας και της Γαλλίας και από την άλλη αδιέξοδη με τραγικά λανθασμένες επιλογές, κυρίως ως προς την έγκαιρη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι επόμενες συνετές κυβερνήσεις θα χρειαστούν αναγκαστικά να περικόψουν δαπάνες ή να αυξήσουν τους φόρους, αποφάσεις οδυνηρές από πολιτική - οικονομική έννοια, όπως ακριβώς έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ.  
Οι συσταλτικές πολιτικές που εφαρμόζει το ΔΝΤ σε κάθε χώρα, προκαλούν δυσμενείς επιπτώσεις και πιθανότατα έχουν μεγάλη διάρκεια. Μια χώρα που ενδιαφέρεται για την προσαρμογή της και την εξυγίανση της οικονομίας της κατά το ΔΝΤ, θα πρέπει να σφίξει τα δόντια και να αποδεχτεί μια βαθειά κάμψη. Δυστυχώς τα στοιχεία δεν στηρίζουν τη θεωρία του ΔΝΤ. Μια οικονομία που διέρχεται βαθιά ύφεση μπορεί να αναπτύσσεται ταχύτερα καθώς ανακάμπτει, αλλά ποτέ δεν αποληρώνει το χαμένο χρόνο. Όσο πιο βαθιά είναι η ύφεση τόσο χαμηλότερο θα είναι και το πιθανό εισόδημα, σε βάθος χρόνου. Δεν ισχύει , όπως ισχυρίζεται το ΔΝΤ, ότι σε είκοσι χρόνια οι άνθρωποι θα είναι σε καλύτερη οικονομική κατάσταση. Οι επιπτώσεις θα είναι μακροχρόνιες. Όσο πιο βαθιά είναι η κρίση σήμερα, τόσο πιο χαμηλή θα είναι η συνολική παραγωγή σημερα, αλλά και για πολλά χρόνια ακόμα, όχι μόνο στο εσωτερικό της αλλά θα επηρεάζει και τις γειτονικές χώρες. Οι γειτονιές χώρες η μιά μετά την άλλη  μεταδίδουν και βαθαίνουν  την ύφεση από τη μια χώρα στην επόμενη. Όμως κάθε  χώρα που αποδυναμώνεται μειώνει τις εισαγωγές της, παρασύροντας έτσι και τις υπόλοιπες γειτονικές χώρες στην καθοδική πορεία της ύφεσης. 
Οι συσταλτικές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές που εφαρμόζει, σε συνδυασμό με τις άστοχες χρηματοπιστωτικές πολιτικές, οδηγούν σε σοβαρές οικονομικές υφέσεις, με περικοπή των εισοδημάτων και μείωση των εισαγωγών, για τη δημιουργία των απαραίτητων πλεονασμάτων, που θα χρησιμοποιηθούν για να εξοφληθούν οι δανειστές.
Η μείωση των εισαγωγών της κάθε χώρας υπό επιτήρηση, ισοδυναμεί με μείωση των εξαγωγών των άλλων χωρών. Έτσι γίνεται εξαγωγή της ύφεσης σε όλη την περιοχή.
Εστιάζει στην προστασία των δανειστών και αγνοεί παντελώς τους ανθρώπους και την πραγματική πλευρά της οικονομίας και της κοινωνίας.
Οι χρηματοπιστωτικές ανάγκες της κάθε χώρας  υπό κατάρρευση, δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη   στις απαιτήσεις του  ΔΝΤ, που καθορίζει τη «δανειακή υποστήριξη» κυρίως με όρους λιτότητας, δημοσιονομικής πειθαρχίας και περιορισμό των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Οι επιχειρήσεις  μάταια αναζητούν κεφάλαια κίνησης για να διατηρήσουν τα υπάρχοντα επίπεδα παραγωγής ή να χρηματοδοτήσουν την επέκτασή τους με νέες επενδύσεις και οι άνεργοι μάταια περιμένουν μια θέση απασχόλησης.
Η διαχείριση της κρίσης με τους όρους του ΔΝΤ και η αγνόηση της κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού  συστήματος,  δίνει αφορμή για ένα φαύλο κύκλο. Οι τράπεζες περικόπτουν τη χρηματοδότηση, οι επιχειρήσεις  μειώνουν την παραγωγή τους η οποία  οδηγεί σε χαμηλότερα εισοδήματα και ανεργία. Καθώς η συνολική παραγωγή και τα εισοδήματα μειώνονται κατακόρυφα, μειώνονται και τα κέρδη και οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να χρεοκοπήσουν.
Όταν οι εταιρείες χρεοκοπούν, οι ισολογισμοί των τραπεζών επιδεινώνονται και για αυτό περικόπτουν ακόμα περισσότερο τις δανειοδοτήσεις, επιτείνοντας την οικονομική κάμψη και προκαλώντας  μη εξυπηρετούμενα δάνεια, που με τη σειρά τους προκαλούν την ανάγκη ανακεφαλαίωσης των τραπεζών, που απαιτούν νέα δανειοδότηση και προκαλούν νέα επιδείνωση του χρέους των υπό «στήριξη» χωρών. Η εναλλακτική λύση είναι να μειωθούν τα εκκρεμή δάνεια. Καθώς όμως η κάθε τράπεζα απαιτεί την εξόφληση των δανείων της, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις γίνονται αναξιόχρεες.
Είναι επομένως αυτονόητο ότι όποια πίεση θα ασκήσει το ΔΝΤ για την ελάφρυνση  του  χρέους, θα συνοδευτεί με απαιτήσεις που θα επιδεινώσουν τις οικονομικές συνθήκες της χώρας, η οποία δέχεται διπλή πίεση. Μία από τις απαιτήσεις των αξιολογήσεων των εταίρων-δανειστών και μια από το ΔΝΤ. Είναι γνωστόν ότι η οικονομία μιας  υπερχρεωμένης χώρας μπορεί να ισορροπήσει σε χαμηλότερο επίπεδο για να επιτύχει την δημοσιονομική εξυγίανση της, όμως η πραγματική  οικονομία της και η κοινωνία της θα έχουν εξαθλιωθεί. Ήδη η Ελλάδα βρίσκεται στον έβδομο χρόνο οικονομικής κρίσης με τρείς δανειακές συμβάσεις στους ώμους της και αισθητή την παρουσία  της ύφεσης και της ανεργίας. Είναι αναγκαίο η σημερινή κυβέρνηση της Αριστεράς να περιορίσει την επικοινωνιακή δολιχοδρόμηση,  που  τη συντηρεί στο πολιτικό προσκήνιο και της αποφέρει πρόσκαιρες επιτυχίες και να αναζητήσει πολιτικές ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης πριν είναι πολύ αργά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου