Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Νέα φάση νέοι ποιοτικοί στόχοι



Προϋποθέσεις ανάπτυξης  ανταγωνισμός, ρύθμιση και δημοσιονομικός εκσυγχρονισμός
Η χωρά στροβιλίζεται στη δίνη μιας επίμονης κρίσης με βαρύ κοινωνικό κόστος. Παρά τις όποιες προσπάθειες, συνεχίζει να κινείται σε συνθήκες επενδυτικής στασιμότητας, οικονομικής ξηρασίας και κοινωνικής υποβάθμισης.

Η Ελληνική οικονομία ανακάμπτει  φυσικά με αργούς ρυθμούς, αλλά συνεχίζει να συμπορεύεται με την αβεβαιότητα.

Η σημερινή κυβέρνηση με αναφορά την Αριστερά, έχει προωθήσει στο μικρό χρονικό ορίζοντα των οκτώ μηνών διακυβέρνησης,  «αναγκαστικές» μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και δημοσιονομικές προσαρμογές, που δεν είχαν κοινωνικό πρόσημο, αλλά εκ των πραγμάτων κάλυψαν μια προσπάθεια ανάκαμψης, έστω δυσβάστακτη, που όμως επιβλήθηκε με την ανοχή  τη κοινωνίας και δικαιότερη κατανομή και όχι με οριζόντιο και ανάλγητο τρόπο από τους θεσμούς και τους δανειστές.

Δεν έχει γίνει όμως τίποτε προς την πλευρά των τιμών και των μεταρρυθμίσεων των αγορών, που ως ένα βαθμό δικαιολογείται μέχρι σήμερα,  λόγω  της πίεσης της οικονομικής κρίσης, των εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων  και των λουκέτων που τους συνοδεύουν.

Η  μνημονιακή και η πρόσφατη πολιτική κινήθηκε εν πολλοίς στον αστερισμό του περιορισμού των εισοδημάτων και της δημοσιονομικής προσαρμογής, ενώ αντίθετα η απορυθμισμένη πολιτική τιμών συντηρείται αλώβητη δίπλα σε όποια προσπάθεια διεξόδου, με αποτέλεσμα η μη  διασφάλιση της ισότιμης κατανομής των βαρών, που επιβάλλεται να ασκείται σε ανάλογες περιπτώσεις.  

Η ισόρροπη άσκηση πολιτικής τιμών και εισοδημάτων θα συντηρούσε καλύτερα  τη ζήτηση και την αποταμίευση και θα συνέβαλλε στην ανάκαμψη και στην κοινωνική δικαιοσύνη προφανώς δίπλα σε  μια σοβαρή επενδυτική προσπάθεια.

Για να υπάρξει όμως προοπτική ανάπτυξης δεν αρκούν οι σταθμισμένες πολιτικές, χρειάζονται και πολιτικές άρσης των αδυναμιών και των στρεβλώσεων που βαρύνουν καθοριστικά την θεσμική και οικονομική κατάσταση της Ελλάδας όπως εκείνες:

α) του Δημόσιου τομέα, του Ιδιωτικού, πρώην κρατικοδίαιτου τομέα, και του προ-καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης, με τον ωκεανό των μικρομάγαζων που καταστρέφονται σταδιακά.

β) της μείωσης της κυριαρχίας και της ασυδοσίας των μονοπωλίων και των ολιγοπωλίων που δρουν ανεξέλεγκτα στη χώρα μας, με την απουσία αποτρεπτικής αντιμονοπωλιακής  ρύθμισης η οποία ως γνωστόν εφαρμόζεται σε διάφορους βαθμούς, σε όλες τις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες και υποστηρίζεται από το κοινοτικό κεκτημένο της Ε.Ε.

γ) Της δημοσιονομικής ρύθμισης που είναι ριζικά διαφορετική από τη δημοσιονομική πειθαρχία που προμηνύει λιτότητα και μπορεί να αντιμετωπίσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις, που αναδύονται από τη δημοσιονομική παράλυση μιας υπερχρεωμένης χώρας. Όπως η φοροδιαφυγή, τα κόκκινα δάνεια και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου προς τους ιδιώτες και των ιδιωτών προς το δημόσιο. Στο δημοσιονομικό επίπεδο απαιτούνται ρυθμίσεις, στην αποδοτικότητα της Δημόσιας Διοίκησης, στο φοροελεγκτικό και φοροεισπρακτικό μηχανισμό, στην κεφαλαιακή επάρκεια του συνταξιοδοτικού συστήματος, στον περιορισμό των γραφειοκρατικών επιβαρύνσεων  του δημοσίου, στον εκσυγχρονισμό της παιδείας και της υγείας, στη δραστική μείωση του κόστους της ενέργειας και των μεταφορών, στην αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων που η φύση απλόχερα προσφέρει στη χώρα μας.

Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις απουσιάζουν από το θεσμικό στερέωμα και εκτός αυτού αποτελούσαν βαρίδια στην πολιτική της Αριστεράς από  την παράδοση. Για αυτό δεν λειτούργησαν ούτε λειτουργούν σήμερα στη χώρα μας, όπως  ο υγιής ανταγωνισμός, η ρύθμιση και ο εκσυγχρονισμός.

Η προώθηση ισχυρού ανταγωνισμού σε στρατηγικούς τομείς όπως η ενέργεια και οι μεταφορές αποτελούν σήμερα προϋπόθεση αναπτυξιακής προοπτικής  και ενδιαφέρουν κατά μείζονα λόγω τη χώρα μας στη συγκεκριμένη συγκυρία. Η έννοια του ανταγωνισμού είναι στιγματισμένη στην κοινωνία λόγω της ταύτισής της με τις πολιτικές λιτότητας. Η ανταγωνιστικότητα όμως δεν αποτελεί μόνο μοχλό άσκησης πολιτικών λιτότητας, αποτελεί και εργαλείο μεταρρυθμιστικής παρέμβασης με τη μορφή της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, που δεν σχετίζεται με τη μείωση του εργατικού κόστους αλλά αφορά σημαντικές επενδυτικές πρωτοβουλίες, παραγωγικό εκσυγχρονισμό, τεχνολογικές αναδιαρθρώσεις, καινοτόμες επιλογές, σύγχρονες μεθόδους εμπορικής προώθησης προϊόντων, βελτίωση της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας και άλλες δράσεις εμπορικής αναβάθμισής των επιχειρήσεων δημόσιων και ιδιωτικών.

Η ρύθμιση απορρίπτεται ως μηχανισμός εκσυγχρονισμού και προκαλεί μάλιστα ανάλογη αρνητική φόρτιση και από την «απέναντι όχθη» των επιχειρηματικών συμφερόντων, αφού ταυτίζεται σκόπιμα με  απροσδιόριστη μορφή ιδιόμορφου κρατισμού, που περιορίζει την ανάπτυξη των επιχειρήσεων που επιτυγχάνεται μόνο μέσω της απορρύθμισης των αγορών.   

Με τη ρύθμιση και η Αριστερά εμφανίζει αλλεργικά συμπτώματα, που προβάλλονται με την ανοχή της στη  πελατειακή συμπεριφορά  της Δημόσιας Διοίκησης και στην απαξίωση των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, που οι πάντες  ανά τον κόσμο διεθνείς θεσμοί  αναπτυγμένα κράτη , επιστημονικοί φορείς, απαιτούν και μας προτρέπουν να ρυθμιστούν, να εκσυγχρονιστούν, να αναβαθμιστούν και να αναπτυχθούν το ταχύτερο δυνατόν. Τα παραδείγματα θεσμικής παράλυσης, της Δημόσιας Διοίκησης σε σχεδόν καθολική διάσταση, αλλά και σε επί μέρους τους θεσμικούς τομείς ,  στην ενέργεια (ΡΑΕ), στα μέσα ενημέρωσης (ΕΣΡ), στην επικοινωνία (ΕΕΤΤ), στη φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή και φοροκλοπή (Φορολογικό Σύστημα) είναι χαρακτηριστικά.

Μια στοχευμένη προσπάθεια με βάση αυτές τις τρεις πολιτικές του ανταγωνισμού της ρύθμισης και  της δημοσιονομικής εξυγίανσης στους βασικούς τομείς υποδομών, της ενέργειας και των μεταφορών με αριστερό όμως πρόσημο, μπορεί να κάνει την Ελλάδα ελκυστική σε άμεσες επενδύσεις που σήμερα είναι το ζητούμενο και να προωθήσει τις εξαγωγές, με αποτέλεσμα τη μείωση της ανεργίας και τη βελτίωση των εισοδημάτων, που με τη σειρά τους θα συμβάλουν στην τόνωση της ζήτησης και στην αντιμετώπιση της κρίσης.

Όλα τα παραπάνω συμπυκνώνουν το στοίχημα της Αριστερής διακυβέρνησης στην επόμενη μέρα των μνημονίων και των αξιολογήσεων. Αποτελούν το βάθρο για την προώθηση και εφαρμογή πολιτικών στο πλαίσιο ενός Εθνικού Σχεδιασμού, που θα καλύπτει τις θεμελιώδεις υποδομές, και τις οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και πολιτιστικές προϋποθέσεις, για μια βιώσιμη ανάπτυξη που είναι μαζί και με την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους τα ζητούμενα σήμερα για τη χώρα μας. Ένας τέτοιος ελπιδοφόρος σχεδιασμός απαιτεί κοινωνική συναίνεση, ωριμότητα στόχων και προοδευτικού χαρακτήρα πολιτικές συγκλίσεις.

Εμείς που συμμετέχουμε στον βαρύνοντα και σημαντικό τομέα  υποδομής της ενέργειας, οφείλουμε να προχωρήσουμε με ταχύτερους ρυθμούς τις επεξεργασίες μας που βρίσκονται πλέον σε καλό δρόμο, παρά τις καθυστερήσεις του πρόσφατου παρελθόντος, με στόχο τη διαμόρφωση και προώθηση ενός μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού με βάση την ασφάλεια του εφοδιασμού, την απανθρακοποίηση της ενέργειας και τη μείωση του ενεργειακού κόστους που θα συμβάλλουν στην προσπάθεια του κόμματος μας για μια οραματικής εμβέλειας προοπτική διεξόδου της χώρας από την παρατεταμένη κρίση που βίωσε τα τελευταία επτά χρόνια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου