Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Υπάρχει δίλημμα Grexit ή Grexident



Όπως ήδη προανέφερα σε προηγουμένη ανάρτησή μου, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η Ευρωπαϊκή Ένωση προώθησε πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των όρων λειτουργίας της ευρωζώνης και κατ’ επέκταση τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ε.Ε.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναγκάστηκε να προβεί σε σημαντικές  «αντισυμβατικές» πρωτοβουλίες, για να καλύψει με μη συμβατικούς όρους την «ποσοτική  χαλάρωση» των χωρών της Ευρώπης που παρουσίαζαν προβλήματα από την κρίση χρέους που ξέσπασε  στην Ευρώπη.

Αρχικά παρενέβη στην αγορά κρατικών ομολόγων, μέσω προγράμματος  SMP (Security Markets Program). Αγόραζε κρατικά ομόλογα από τη δευτερεύουσα αγορά, για την τόνωση της ρευστότητας και την αποτροπή τυχόν διαταραχών στην νομισματική λειτουργία της ευρωζώνης. Διαταραχές που προκαλούσαν με τη σειρά τους αβεβαιότητα στη δημοσιονομική βιωσιμότητα ορισμένων κρατών μελών μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Η λειτουργία αυτή κάλυψε ως ένα βαθμό, το δομικό έλλειμμα της ευρωζώνης, στην οποία η άσκηση της νομισματικής πολιτικής γίνεται κατόπιν συμφωνίας με σταθερούς κανόνες. Η διαδικασία άρχισε την άνοιξη του 2010 με την έναρξη της ελληνικής κρίσης και επαναλήφθηκε το καλοκαίρι του 2011.

Στη συνέχεια, όταν διαφάνηκε ότι η πίεση των αγορών και των πιστοληπτικών οίκων αξιολόγησης συνεχίζονταν αμείωτη, διεύρυνε την εμβέλεια των αποδεκτών ενέχυρων για αναχρηματοδότηση τραπεζικών χρεών, ώστε να κάνει αποδεκτά χρεόγραφα με χαμηλότερη αξιολόγηση της επενδυτικής βαθμίδας τους, για να μην αποκλείσει τμήματα της νομισματικής ένωσης από πράξεις νομισματικής πολιτικής. Διευκόλυνε δηλαδή τον έμμεσο δανεισμό των κρατών μελών από την ΕΚΤ, μέσω του δανεισμού των Κεντρικών Τραπεζών του Ευρωπαϊκού Τραπεζικού Συστήματος, με αποδεκτά ενέχυρα, κρατικά ομολόγα μειωμένης αξιολόγησης (junk).

Παράλληλα παρείχε ρευστότητα στις τράπεζες, με συμβατικές πολιτικές,  μέσω του ELA (Emergency Liquidity Assistance) των εθνικών κεντρικών τραπεζών, χωρίς να έχει εξασφάλισει ότι οι τράπεζες αυτές είναι φερέγγυες, αφού μέχρι τον Νοέμβριο του 2014 που καθιερώθηκε ο θεσμός της Ένωσης Τραπεζών, η ευθύνη για την εποπτεία τους ήταν αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

         Προχώρησε ακόμη περισσότερο, στην εφαρμογή μέτρων άμεσων νομισματικών δοσοληψιών και δέσμευση άνευ ορίων, OMT (Outright Monetary Transactions), με παρέμβαση στην αγορά ομολόγων οποιουδήποτε κράτους  μέλους του οποίου απειλούνταν η παραμονή στη Ευρωζώνη.

       Τέλος  εφάρμοσε συνθήκες ποσοτικής χαλάρωσης QE (Quantitative Easing) αγοράζοντας περιουσιακά στοιχεία διάφορης ποιότητας μεταφέροντας μέρος του κινδύνου στα κράτη μέλη.

Όλες αυτές οι αποφάσεις και όλα τα μέτρα τους (SMP, OMT,ESA,QE)  ήταν κρίσιμα για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της ευρωζώνης. Επειδή η ΕΚΤ δεν έχει πολιτική αρμοδιότητα και  δεν μπορεί επισήμως να αναλάβει ευθύνες αναδιανομής πόρων σε χώρες της ευρωζώνης βρήκε αυτές τις ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις. Η αποδοχή άλλωστε από την ΕΚΤ κρατικών ομολόγων τύπο junk (σκουπίδια) από ορισμένα κράτη μέλη, αν κάτι δεν πήγαινε καλά  θα οδηγούσαν σε κεφαλαιακές απώλειες, οι οποίες θα έπρεπε να επιμεριστούν  τελικά σε όλα τα κράτη μέλη και κατ’ επέκταση σε όλους ανεξαιρέτως τους ευρωπαίους φορολογούμενους. Πρόκειται για πολιτικές αποφάσεις που μπορούν να αναληφθούν μόνο από το Συμβούλιο κορυφής της Ένωσης και όχι από ένα κεντρικό τραπεζικό σύστημα που δεν ασκεί πολιτική. Για αυτό  το λόγο η ΕΚΤ για να καλύψει τις πράγματι σημαντικές πρωτοβουλίες της  επέβαλε ένα ρητό όρο μαζί με τις μη συμβατικές παρεμβάσεις της. Τα μέτρα της ΕΚΤ θα εφαρμόζονταν σε κράτη μέλη που διέθεταν επαρκείς εξασφαλίσεις. Είτε αξιόπιστες πιστοληπτικές αξιολογήσεις, είτε βρίσκονταν σε πρόγραμμα στήριξης και προσαρμογής. Με αυτό τον τρόπο η ΕΚΤ δικαιολογούσε τη λήψη μη συμβατικών μέτρων. Αν η ΕΚΤ παρέκλινε από τους όρους και παρείχε εξαιρέσεις σε χώρες που δεν είναι σε πρόγραμμα ή που απορρίπτουν τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής τους, θα βρισκόταν εκτεθειμένη απέναντι σε όλα τα κράτη μέλη που την καθιέρωσαν με ορισμένες αρχές αυτοτέλειας και συγκεκριμένες δημοσιονομικές δεσμεύσεις (Η ΕΚΤ ισχυρίζεται κακώς, ότι η Ελλάδα ζητάει άμεση έμμεση χρηματοδότηση της Κυβέρνησης που αντίκειται στο άρθρο 123 των Ενοποιημένων Συνθηκών της Ε.Ε).
Τι γίνεται με την Ελλάδα

Ας δούμε τι ακριβώς συνέβη με την περίπτωση της Ελλάδας. Το πρόγραμμα στήριξης που είχε εκπονηθεί από την Τρόικα και την προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση απέτυχε παταγωδώς, με ευθύνες των συντακτών του αλλά και αυτών που υλοποίησαν το πρόγραμμα. Η νέα Ελληνική κυβέρνηση απαίτησε να εγκαταλειφτούν οι  αδιέξοδες δομές διάσωσης του προγράμματος, ενώ η Γερμανική κυβέρνηση επέμεινε, ότι το πρόγραμμα πρέπει να παραμείνει ακριβώς όπως έχει, ανεξάρτητα αν η Ελλάδα είναι ανίκανη να το εφαρμόσει. Ακόμη μια φορά οι Ευρωπαίοι πολιτικοί διαφώνησαν  για πρόβλημα που δημιούργησαν οι ίδιοι  και καλούνται να το επιλύσουν με συμβατικούς όρους, όταν αυτό δεν μπορεί να επιλυθεί με  συμβατικό  τρόπο, λόγω των δομικών αδυναμιών της αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ.

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό. Είναι πολιτικό. Για πρώτη φορά ένα κράτος μέλος της ευρωζώνης αμφισβητεί την ασκούμενη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική της ευρωζώνης και επιδιώκει αλλαγή πολιτικής, αποδεχόμενο όμως ταυτόχρονα τους ισχύοντες κανόνες της ευρωζώνης, προκειμένου να επιτύχει δημοσιονομική προσαρμογή και οικονομική ανάπτυξη, με ριζικά διαφορετικούς όρους από αυτούς που εφαρμόζονται προς το παρόν.  Τα υπόλοιπα 18 μέλη της ευρωζώνης στηρίζουν την άποψη της Γερμανίας, με ορισμένες επιφυλάξεις που προφανώς είναι αποτέλεσμα των ιδιαίτερων πολιτικών οικονομικών και κοινωνικών αντιφάσεων και προβλημάτων  που περιρρέουν στην Ευρώπη.

Τι πρόκειται να γίνει τελικά; Η λύση του προβλήματος αυτού επιβάλει ένα νέο συμβιβασμό για να καλυφθούν δύο κρίσιμα προβλήματα. Η Ελλάδα να επιτύχει μια νέα προγραμματική συμφωνία,  που θα την οδηγήσει  προς μια θετική διέξοδο μέσω σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων,  με τις οποίες συμφωνούν και οι εταίροι, και η άλλη πλευρά, να καλυφθεί με την ολοκλήρωση-κλείσιμο  του προηγούμενου  αποτυχημένου προγράμματος στήριξης, που η υλοποίησή του διακόπηκε ακριβώς διότι ήταν καταστροφικό και αδιέξοδο.

Άλλος τρόπος πέραν του συμβιβασμού δεν υπάρχει. Μονομερής απόφαση,  με προφανώς μη συμβατικές επιλογές, ώστε να αναγκαστεί η Ελλάδα να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη, ούτε επιδιώκονται ούτε διαφαίνονται, διότι απλούστατα είναι καταστροφικές και για τις δύο πλευρές και  της Ελλάδας και της Ευρωζώνης. Επομένως μένει ο συμβιβασμός, με προσεγγίσεις που ήδη βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Είναι θέμα χρόνου και νέων βημάτων προσέγγισης που ήδη έχουν ξεκινήσει. Άλλωστε δεν χρειάζεται άλλη σπατάλη  πολύτιμου χρόνου, για τις δευτερεύουσες διαφωνίες, σχετικά με τα ονόματα των working groups και τον τόπο  διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων.

Είναι επίσης ευνόητο ότι το νέο επικοινωνιακό σχέδιο που εμφανίστηκε στον ορίζοντα, σχέδιο για αντικατάσταση του Grexit με το Graccident, ως βίαιη  διέξοδος, με μεθοδευμένη και μη συμβατική  διακοπή της ρευστότητας από την ΕΚΤ προς την Ελλάδα,  πρέπει να αποκλειστεί ακόμα και ως ιδέα κινδυνολογίας, από την άρχουσα ευρωπαϊκή ελίτ, διότι παραπέμπει στον μύθο και στον τρόπο καταστροφής του «Ναού του Σολομώντα» από τον Σαμψών, προοπτική αποκρουστική,  που δεν συμφέρει απολύτως κανέναν.    



  

1 σχόλιο:

  1. Αναδημοσίευση, με ευχαριστίες
    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2015/03/grexit-graccident.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή