Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Φτάνει πια με τη ΔΕΗ


 
Η «δημόσια παρέμβαση» αποτελεί ως γνωστόν το «κόκκινο πανί» του νεοφιλελεύθερου αφηγήματος. Όμως παραμένει ακόμη, ισχυρή επιλογή, στην αναζήτηση εναλλακτικών προτύπων, στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες, με τα μεγάλα οικονομικά, περιβαλλοντικά, ενεργειακά και κοινωνικά προβλήματα. Ακόμη και τα ακραιφνή νεοφιλελεύθερα συστήματα, όχι μόνο δυσκολεύονται να την εξοβελίσουν, αλλά αντίθετα επιχειρούν να την ενσωματώσουν στους  τομείς εκείνους, που η περιβόητη ιδιωτική πρωτοβουλία αρνείται να δραστηριοποιηθεί λόγω μειωμένων προσδοκιών κερδοφορίας.
Ένας κατ’ εξοχήν τομέας που ισχύει αυτή η διαπίστωση είναι η ενέργεια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή της Ε.Ε εκφράζει, υλοποιεί και προωθεί στον ευρωπαϊκό χώρο  γνήσια νεοφιλελεύθερη εκδοχή στον ενεργειακό τομέα. Ακόμη όμως και αυτή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκ του γεγονότος και μόνο, της ανάγκης αξιοποίησης της δημόσιας παρέμβασης, αναγκάζεται στον ευαίσθητο τομέα της ενέργειας, να ενστερνιστεί τη δημόσια παρέμβαση και να την ανεχθεί, ως βασικό εργαλείο-συμπλήρωμα, άσκησης σύγχρονης δημιουργικής και αποτελεσματικής πολιτικής, ακόμη και να την επιβάλλει ως πρότυπο λειτουργίας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που διαχειρίζονται δημόσια αγαθά.  Προφανώς  δίπλα στην προωθούμενη με ισχυρές θεσμικές εγγυήσεις ιδιωτική πρωτοβουλία.
Προκλητική εξαίρεση, που υπερβαίνει τις «ισορροπίες» και το «κλίμα» σχετικά με τη δημόσια παρέμβαση στον ευρωπαϊκό χώρο, στον ευαίσθητο τομέα της ενέργειας, αποτελεί η Ελλάδα. Εδώ τίποτε δεν σταματάει μέχρι στιγμής το μνημονιακό νεοφιλελεύθερο «τσουνάμι», που ισοπεδώνει τα πάντα και ανατρέπει αρχές, αξίες, παραδόσεις και επιλογές, που ισχύουν στον ευρωπαϊκό χώρο και στη χώρα μας επί χρόνια, με τον ποιο αποκρουστικό και ανάλγητο τρόπο.
Ι. Οι Ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε πρόσφατα Ανακοίνωση {C(2013) 7243 final,5/11/2013} σχετικά με την πραγμάτωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και την πλήρη αξιοποίηση της δημόσιας παρέμβασης. Στην εισαγωγή της Ανακοίνωσης αναγνωρίζεται ευρέως ότι για την επίτευξη των εν λόγω στόχων δημόσιας πολιτικής απαιτείται ορισμένος βαθμός δημόσιας παρέμβασης στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας.
Σε προηγούμενη Ανακοίνωσή της, η Επιτροπή, σχετικά με τη διείσδυση των ΑΠΕ τονίζει, ως σημαντικό παράγοντα στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας {Com(2012)271}, την ανάγκη «να προετοιμαστούν δημόσιες παρεμβάσεις, ώστε να τονωθεί η καινοτομία, να εκτεθεί σε αυξανόμενο βαθμό η ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ στις τιμές της αγοράς, να αποτραπεί η υπεραντιστάθμιση, να μειωθεί το κόστος στήριξης και τελικά να διακόπτεται η παροχή στήριξης»
Στην πρόσφατη Πράσινη Βίβλο που εξέδωσε, σχετικά με το πλαίσιο για τις πολιτικές που αφορούν το κλίμα και την ενέργεια, με χρονικό ορίζοντα το 2030 (μετά την περίοδο του 2020 και των στόχων  20-20-20), επισημαίνεται ότι «η πορεία προς ένα μακροπρόθεσμο περισσότερο βιώσιμο ασφαλές και ανταγωνιστικό ενεργειακό σύστημα, προϋποθέτει την επανεξέταση του θέματος της δημόσιας παρέμβασης.
Τέλος στην Οδηγία 2009/72/ΕΚ, 13/07/2009 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στο προοίμιο της, αποσαφηνίζεται πλήρως, ότι τα κράτη μέλη, διατηρούν τη δυνατότητα, να υλοποιούν  με τη διαδικασία του διαχωρισμού των συστημάτων δικτύων μεταφοράς {παραγράφοι (8) έως (27)},το περίφημο Unbundling,τον πλήρη και αποτελεσματικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων δικτύου από τις δραστηριότητες προμήθειας και παραγωγής, χωρίς να αναγκάζονται να εκποιήσουν δημόσια  δίκτυα μεταφοράς, προκειμένου να διασφαλισθεί, ότι η δραστηριότητα δικτύου και οι δραστηριότητες προμήθειας και παραγωγής σε ολόκληρη την κοινότητα παραμένουν ανεξάρτητες μεταξύ τους. Πουθενά, μα πουθενά δεν αναφέρεται υποχρέωση για εκποίηση δικτύων, που βρίσκονται στην κυριότητα δημόσιων επιχειρήσεων ενέργειας, για τη διασφάλιση του διαχωρισμού των δικτύων από την δημόσια μητρική επιχείρηση.
ΙΙ. Αλλαγές στο Εθνικό Σύστημα Ενέργειας
Στη χώρα μας τα «ενεργειακά πράγματα» κινούνται τελείως διαφορετικά. Σημείο τομής για τη δημιουργία της εγχώριας ενεργειακής αγοράς ενέργειας, αποτέλεσαν οι διαδικασίες διαχωρισμού των δικτύων μεταφοράς και διανομής από την ΔΕΗ σύμφωνα με τις επιταγές της οδηγίας 2009/72/ΕΚ.
Με αλλαγές που εναρμόνισαν, μετά από δύο προσεγγίσεις, το Ελληνικό Ενεργειακό Σύστημα με την ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά ενέργειας, η κατάσταση στο τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας ως εξής:
Τομέας ανταγωνισμού: Με τις δραστηριότητες  παραγωγής, εισαγωγών  και  προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, από παραγωγούς ιδιωτικών συμφερόντων και της ΔΕΗ Α.Ε, ως κύριου παραγωγού (75%)  και προμηθευτή (95%).
 ● Μη ανταγωνιστικός τομέας:   Α.Ε Εταιρείες Διαχείρισης Δικτύων (Ανεξάρτητες θυγατρικές επιχειρήσεις, υπό δημόσιο έλεγχο) 
√ Για τα Δίκτυα  Μεταφοράς: Η διαχείριση του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας(ΕΣΜΗΕ) ανατίθεται σε θυγατρική της ΔΕΗ ΑΕ με την επωνυμία «Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας» (ΑΔΜΗΕ ΑΕ),  Θυγατρική της ΔΕΗ 100%  (Ιδιοκτήτης και Διαχειριστής του Συστήματος Μεταφοράς)
√ Για τα Δίκτυα Διανομής: Η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ ΑΕ) ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ.  Για αυτό χορηγείται στο ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, Θυγατρική της ΔΕΗ  100%,  Άδεια Αποκλειστικότητας της κυριότητας του Δικτύου καθώς και Άδεια Παραχώρησης της Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ στο Διαχειριστή του ΔΕΔΔΗΕ, από τη ΡΑΕ 
● Διαχείριση Αγοράς Ηλεκτρισμού (Χονδρεμπορική και Λιανική): Ανατίθεται στον  Λειτουργό Αγοράς,  Εταιρεία  ΛΑΓΗΕ  ΑΕ, με  βασικό μέτοχο  το Ελληνικό  Δημόσιο   (Το ποσοστό του Δημοσίου στη μετοχική σύνθεση του ΛΑΓΗΕ,  καθορίζεται με ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής).
Παραγωγοί ΑΠΕ. Συμμετέχουν εκτός Ανταγωνισμού στην Αγορά Ενέργειας, με δικαίωμα προτεραιότητας και εγγυημένες τιμές ένταξης στο Σύστημα, των Σταθμών Παραγωγής  ΑΠΕ (Ν 3468/2006 άρθρο 9), που καθορίζονται από το ΥΠΕΚΑ.
Τέλος, με βάση τις εναλλακτικές δυνατότητες της οδηγίας, το Ελληνικό Δημόσιο επέλεξε για τη διαχείριση του Συστήματος Μεταφοράς, τη δημιουργία Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς (ΙΤΟ)
Τα προβλήματα που εμφανίστηκαν κατά το θεσμικό διαχωρισμό αρμοδιοτήτων (Unbundling) μεταξύ κύριου του Συστήματος Μεταφοράς (ΔΕΗ) και του Ανεξάρτητου Διαχειριστή (ΔΕΣΜΗΕ αρχικώς και αργότερα ΑΔΜΗΕ, ΛΑΓΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ) ρυθμίστηκαν  με το Νόμο 4001/2011.
Όμως οι αλλαγές που εισήχθηκαν στο Εθνικό Ενεργειακό Σύστημα, παρουσίασαν  στρεβλώσεις και ανεπάρκειες, λόγω της συστηματικής νομοθετικής προσπάθειας όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, από το 1999 μέχρι σήμερα, να διευκολύνουν (με κάθε  θυσία) τη δημιουργία της Χονδρεμπορικής Αγοράς Ενέργειας, με όσο γίνεται πιο ευνοϊκή και εγγυημένη είσοδο των ιδιωτών παραγωγών και προμηθευτών στο Ενεργειακό Σύστημα της χώρας. Κυριότερες στρεβλώσεις που μεθοδεύτηκαν ήταν:
√ Στην Αγορά  Ηλεκτρικής Ενέργειας (Χονδρική και Λιανική).
√ Στο Νομικό καθεστώς της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ).
√ Στο Θεσμικό πλαίσιο διαχωρισμού των επί μέρους τομέων των δικτύων.
√ Στο, θεσμικό περιορισμό της ανάπτυξης της ΔΕΗ και στην άνιση μεταχείρισή της, εντός  της αναδυόμενης αγοράς ενέργειας, προς όφελος των ιδιωτών παραγωγών μονάδων ΦΑ.
Εκτός από τις στρεβλώσεις και τις ανεπάρκειες, προκλήθηκαν  ακόμη και παρανομίες και εγκληματικές ενέργειες από ιδιώτες προμηθευτές, όπως υπεξαιρέσεις εισπράξεων στον τομέα προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, συνεπεία του ελαστικού και πελατειακού  τρόπου μεταχείρισης, ανοχής των θεσμικών οργάνων της αγοράς  και της ανεπαρκούς εποπτείας των  συναλλαγών με τους ιδιώτες παραγωγούς προμηθευτές.
Το αρνητικό κλίμα στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού, οξύνθηκε με την ταχύρυθμη, άναρχη, και σπάταλη ρύθμιση στη διείσδυση των ΑΠΕ στο Σύστημα, που προκάλεσε σοβαρό οικονομικό άνοιγμα στην αγορά ηλεκτρισμού και υπερχρέωση του ΛΑΓΗΕ ΑΕ, της δημόσιας εταιρίας διαχείρισης των συναλλαγών της αγοράς, αλλά και  τη δημιουργία σειράς μηχανισμών «ρύθμισης» της  Οριακής Τιμής του Συστήματος (ΟΤΣ) στον Ημερήσιο Ενεργειακό Προγραμματισμό (ΗΕΠ) της βραχυχρόνιας Χονδρεμπορικής Αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από τη ΡΑΕ, που λειτούργησαν προκλητικά υπέρ των ιδιωτών παραγωγών μονάδων ΦΑ και σε βάρος της ΔΕΗ.
Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης και των μνημονιακών δεσμεύσεων της χώρας, μεθοδεύεται η επόμενη φάση ιδιωτικοποίησης τομέων της ενέργειας στον ηλεκτρισμό της ΔΕΗ και του  ΑΔΜΗΕ.
Με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου τον Ιούλιο του 2013, ΦΕΚ Α168/24-07-2013, υλοποιήθηκε η πρόβλεψη που υπήρχε στο Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα του Μνημονίου από τον Αύγουστο του 2010, σχετικά με τις εκποιήσεις στον τομέα ηλεκτρικής ενέργειας. Προωθούνται η πώληση του 30% της ΔΕΗ και του 60% του δικτύου μεταφοράς ΑΔΜΗΕ ΑΕ.
Ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ ΑΕ) που σήμερα ελέγχεται ιδιοκτησιακά 100% από την ΔΕΗ, πρέπει να αποκρατικοποιηθεί μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2014. Ο ΑΔΜΗΕ είναι μια πλήρως ανεξάρτητη και αυτοχρηματοδοτούμενη δημόσια εταιρεία, και η λειτουργία του δεν επιδοτείται ούτε από τη ΔΕΗ ούτε από το Δημόσιο. Έχει ετήσιο κύκλο εργασιών (για το 2012 ) 1,94 δις €, καθαρά κέρδη 25 εκατ. € και πάγια 8 δις €. Το σημαντικότερο, δεν επιβαρύνει καθόλου τον κρατικό προϋπολογισμό. Τα έσοδά του ΑΔΜΗΕ ως ιδιοκτήτη και λειτουργού του συστήματος μεταφοράς προέρχονται από τους πελάτες καταναλωτές χωρίς την ελάχιστη έστω συμμετοχή του Δημοσίου. Το τίμημα της εξαγοράς του  κατά την Goldman Sachs είναι ασαφές και εξευτελιστικό (200-300 εκατ.€), ενώ ο μελλοντικός ιδιοκτήτης του από τη διαχείριση του δικτύου θα έχει ετήσια κέρδη 115 εκατ € και εισπράξεις 200-300 εκατ € ετησίως, όπως αναφέρεται στον προϋπολογισμό του ΑΔΜΗΕ για το 2013.
Το Νοέμβριο του 2012 η ΡΑΕ κλήθηκε να εξειδικεύσει με μια σειρά προτάσεις  και μέτρα, όλα όσα προβλέπονταν στο επικαιροποιημένο μνημόνιο του Αυγούστου του 2010 και αφορούσαν στην προετοιμασία της αγοράς ενέργειας, για την ένταξη στο Ενιαίο Μοντέλο Ευρωπαϊκής Αγοράς. Η έκθεση της ΡΑΕ(2012) είναι αποκαλυπτική. Εκτιμάει ότι σε ένα περιβάλλον ανταγωνιστικής αγοράς, μόνο καθετοποιημένες επιχειρήσεις  με ευνοϊκό μίγμα καυσίμων, όπως αυτό της ΔΕΗ, μπορούν να προσφέρουν  ενεργειακό προϊόν σε ανταγωνιστικές τιμές. Επικεντρώνει για αυτό την προσπάθειά της, στην εξασφάλιση πρόσβασης τρίτων σε λιγνιτικούς και υδάτινους πόρους, γεγονός που σημαίνει απόσπαση λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής παραγωγής από τη ΔΕΗ, για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ιδιωτών παραγωγών πάλι σε βάρος της ΔΕΗ.
Συνέπεια αυτών των διαπιστώσεων αποτελεί  η εκποίηση της ΔΕΗ. Προβλέπεται η πώληση του 30% της εγκατεστημένης ισχύος των σταθμών παραγωγής της ΔΕΗ ΑΕ. Οι λεπτομέρειες θα καθοριστούν στο άμεσο μέλλον. Πάντως με βάση τις πρώτες εκτιμήσεις υπολογίζεται να πωληθούν 1400 MW λιγνιτικών, 500 MW υδροηλεκτρικών και 500 MW ΦΑ. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Goldman Sachs (Αύγουστος του (2013), η αξία της ΔΕΗ υπολογίζεται σε 2,3 δις €, Ο υπολογισμός αυτού του ποσού λαμβάνει υπόψη της αξία των λειτουργικών δραστηριοτήτων της ΔΕΗ(παραγωγή, μεταφορά, διανομή, προμήθεια) σε 7,71δις € και αφαιρεί 4,91 δις € που αντιστοιχούν στο χρέος της ΔΕΗ και 488 εκατ. € για τις υποχρεώσεις στα ασφαλιστικά ταμεία και έναντι της περιβαλλοντικής νομοθεσίας (ανάπλαση ορυχείων περιβαλλοντικές βελτιώσεις κ.α.). Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το τίμημα που θα καταβάλλει ο δυνητικός αγοραστής θα είναι κυριολεκτικά ασήμαντο.  
Παράλληλα η  ΡΑΕ, επιχειρεί να «μεταλλάξει» εκ νέου, τους όρους λειτουργίας της εγχώριας αγοράς ενέργειας στον Ηλεκτρισμό και το ΦΑ, πάντα με γνώμονα τον περιορισμό των δραστηριοτήτων της ΔΕΗ, τη διασφάλιση των ιδιωτών παραγωγών και την «ομαλοποίηση» στην εισαγωγή των ΑΠΕ.  Ήδη έχει καταθέσει δημόσια Οδικό Χάρτη για την εγχώρια αγορά, στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης της ενοποιημένης ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.
Οι προτάσεις της ΡΑΕ συνεχίζουν να κινούνται ακριβώς στις ίδιες κατευθύνσεις και στους ίδιους διαβλητούς στόχους που υπηρέτησε η Ρυθμιστική Αρχή, από την έναρξη της λειτουργίας της Αγοράς Ηλεκτρισμού, προκειμένου να διατηρηθούν και να διευκολυνθούν περαιτέρω, τα συμφέροντα των ιδιωτών παραγωγών σε βάρος της ΔΕΗ, της οποίας ο ρόλος περιορίζεται, αλλά και για να αρθούν, ορισμένες προκλητικές στρεβλώσεις  που προκάλεσαν την πλήρη αναξιοπιστία και αφερεγγυότητα  της Αγοράς Ενέργειας. Ακόμα και οι πρώην συντηρητικοί Πρόεδροι της ΔΕΗ, στο πρόσφατο παρελθόν , Τ. Αθανασόπουλος και Ι Παλαιοκρασσάς στιγμάτισαν την τότε αναδυόμενη αγορά ενέργειας ως αγορά «μαϊμού». Αλλά και ο σημερινός Αρθούρος Ζερβό  αρνήθηκε στην αρχή να δεχτεί τις προτάσεις διαμελισμού της ΔΕΗ  και της διαιώνισης της περαιτέρω χειραγώγησης της ενεργειακής αγοράς. Το στρεβλό κλίμα της αγοράς ηλεκτρισμού έχει επιδεινωθεί με την ανορθολογική και αντιοικονομική εισαγωγή των ΑΠΕ στο Σύστημα και την προκλητική ασυδοσία των ιδιωτών παραγωγών.
Είναι χαρακτηριστική και προκλητική η περίπτωση  της μεροληπτικής διαιτησίας που αποφάσισε πρόσφατα Επιτροπή Διαιτησίας της υποτιθέμενης ανεξάρτητης Ρυθμιστικής Αρχής της ΡΑΕ, υπέρ της ευνοϊκότερης τιμολόγησης της Αλουμίνιον της Ελλάδος (ΑτΕ), σε βάρος των συμφερόντων της ΔΕΗ. Η τριμελής Επιτροπή διαιτησίας της ΡΑΕ αποφάσισε κατά πλειοψηφία, ότι η ΔΕΗ πρέπει να αμείβεται για κάθε MWh που πωλεί στη ΑτΕ με το ποσό των 36,7 €, σε σχέση με τα 50-55 €/MWh που πωλεί το ρεύμα η ΔΕΗ στους άλλους βιομηχανικούς της πελάτες. Η ΔΕΗ τιμολογώντας την ΑτΕ με βάση το κόστος παραγωγής της φθηνής λιγνιτικής παραγωγής, προφανώς λόγω της τάξης μεγέθους και του προφίλ κατανάλωσης της ΑτΕ, πωλεί επί ζημία,  γιατί το κόστος αυτό είναι σημαντικά χαμηλότερο από το οριακό της κόστος(δηλαδή χρεώνει μόνο το μεταβλητό κόστος καυσίμου, χωρίς τις λοιπές δαπάνες όπως μισθοδοσία, κόστος συντηρήσεων, χρηματοοικονομικά έξοδα κ.α). Η διαφορά που προκύπτει με βάση την τιμή τιμολόγησης είναι 13-18 € περίπου , που ισοδυναμεί με μια επί πλέον επιδότηση της ΔΕΗ προς την ΑτΕ, ύψους 35 εκατ € το χρόνο κατά μέσο όρο. Επομένως ο κάθε τόνος Αλουμινίου που παράγει η ΑτΕ επιδοτείται περίπου 220 €, επί πλέον της όποιας επιδότησης παραχωρεί η ΔΕΗ στους άλλους μεγάλους βιομηχανικούς πελάτες της.Επειδή δε η ηλεκτρική ενέργεια στη χώρα μας παράγεται κυρίως από λιγνίτη (50%) και ΦΑ (27%), η παραγωγή αλουμινίου ευθύνεται για τις εκπομπές τουλάχιστον 1.500.000 τόνων διοξειδίου του άνθρακος ετησίως. Προφανώς το κόστος των εκπεμπόμενων ρύπων CO2  με κόστος 4-4,5 € τον τόνο επιβαρύνει επί πλέον τη ΔΕΗ
Συμπεράσματα
Η ΡΑΕ μετά από επταετή  στρεβλή λειτουργία της αγοράς ενέργειας και με δική της ευθύνη, «διαπιστώνει «δυσλειτουργίες στο σημερινό μοντέλο λειτουργίας της εγχώριας αγοράς, με αποτέλεσμα να μην έχει αναπτυχθεί, στον επιθυμητό βαθμό, ο ανταγωνισμός μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά». Επιχειρεί και μεθοδεύει με νέες προτάσεις, «τη μεταφορά μέρους τουλάχιστον του πλεονάσματος παραγωγού της λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής παραγωγής, στην εγχώρια τελική κατανάλωση» την επιλογή δηλαδή της πρόσβασης τρίτων (ιδιωτών παραγωγών) στους λιγνίτες και τα υδροηλεκτρικά, ανοίγοντας το δρόμο για τη δημιουργία περισσότερων καθετοποιημένων επιχειρήσεων, μετά βεβαίως από το διαμελισμό της ΔΕΗ, για την απορρύθμιση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματός της, λόγω της χρήσης από τη ΔΕΗ  του διευρυμένου και ανταγωνιστικού  μίγματος καυσίμου που διαθέτει σήμερα. Οι όροι και οι διαδικασίες αυτής της μεθοδευμένης αναίτιας πρόσβασης τρίτων στους λιγνίτες και τα νερά   είναι προς σοβαρή διερεύνηση.
Το νέο μοντέλο αγοράς
Είναι αυτονόητο ότι οι τελικές επιλογές της νέας αναδιάρθρωσης της χονδρεμπορικής αγοράς θα εξαρτηθούν «από την αποτελεσματική ή μη επίλυση των δομικών προβλημάτων της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού (θέση της ΔΕΗ στη λιανική αγορά και αποκλειστική πρόσβασή της σε παραγωγή από λιγνίτες και υδροηλεκτρικά)  
Το μοντέλο αγοράς προσαρμοσμένο μάλιστα στο Ευρωπαϊκό Μοντέλο Αγοράς(target model), με βάση και τη διεθνή μελέτη που εκπόνησε η ΡΑΕ, καθώς και τα εναλλακτικά σενάρια που αυτή προβάλει, χρήζουν σοβαρής και εμπεριστατωμένης διερεύνησης. Δεν  μπορούν να προχωρήσουν αν δεν διευκρινισθούν οι αβεβαιότητες, περί νέου καθετοποιημένου μοντέλου αγοράς, πριν η ΡΑΕ προχωρήσει σε οποιαδήποτε τροποποίηση του ισχύοντος μοντέλου (mandatory pool). Μια  πρόωρη αλλαγή του μοντέλου αγοράς, εικονικά  καθετοποιημένου ή με νέες παραμορφώσεις για να αντιμετωπιστεί το συγκριτικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της ΔΕΗ,  θα αποτύχει ξανά. Το  πλεονέκτημα της ΔΕΗ απέναντι  στους ιδιώτες παραγωγούς θα διατηρηθεί εκτός και αν η ΔΕΗ διαμελιστεί, γεγονός που δεν θα το επιτρέψει ο Ελληνικός λαός και ο ΣΥΡΙΖΑ.  Αποτέλεσμα να αναζητούνται εκ νέου νέες στρεβλώσεις και μεθοδεύσεις  για να αποφύγουν οι ιδιώτες τον περιορισμό της συμμετοχής τους  και τη μείωση των κερδών τους, σε βάρος του Δημόσιου συμφέροντος.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου