Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Δημόσιο χρέος πρόβλημα στην Ευρώπη εξουθένωση για την Ελλάδα


 
Το δημόσιο χρέος της Ε.Ε, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Eurostat, εμφανίζει ανοδικές τάσεις. Το δεύτερο τρίμηνο του 2013 ανήλθε στην Ε. Ε των 28 στο 93,4% σε  σχέση με το 92,3% του πρώτου τριμήνου του 2012.

Στην ευρωζώνη για την ίδια περίοδο το 2013 ανήλθε στο 86,8% σε σχέση με το 84,7% του 2012.

Τα υψηλότερα ποσοστά στο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, το δεύτερο τρίμηνο του 2013, ήταν κατά σειρά της Ελλάδας (169,1%), της Ιταλίας (133,3%), της Πορτογαλίας (131,3%), και της Ιρλανδίας (125,7%). Τα χαμηλότερα του Λουξεμβούργου (23,1%),  της Βουλγαρίας (18%), και της Εσθονίας (9,8%).

Από τις χώρες της ευρωζώνης  την πρωτιά στο μεγάλο δημόσιο χρέος έχει ο Ευρωπαϊκός Νότος με πρώτη προφανώς την Ελλάδα, ακολουθεί η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία  η Κύπρος (98,3%), η Γαλλία (93,5), Ισπανία (92,3%) η Μάλτα (76,1%). Στις  χώρες του Βορρά πρώτο το Βέλγιο (105,0%), ακολουθούν η Γερμανία (79,8%), η Αυστρία (75,1%), η Ολλανδία (73,9%), η Σλοβενία (62,6%), η Σλοβακία (58,0%), η Φιλανδία (57,2%), η Δανία (45,8%), το Λουξεμβούργο και εκτός €, η Σουηδία (40,9%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (89,6%).

Από τις πρώην ανατολικές χώρες, το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος εμφανίζουν με σειρά μείωσης σε εθνικό νόμισμα, η Ουγγαρία (81,6%), η Πολωνία (58,3%),η Κροατία (59,5%), η Τσεχία (46,5%), η Λιθουανία (40,4%), η Λετονία (38,7%), η Ρουμανία (38,6%), Βουλγαρία και Εσθονία. Από το σχετικά χαμηλό δημόσιο χρέος των ανατολικών χωρών σε συνδυασμό με το επίσης χαμηλό εισόδημά τους  επιβεβαιώνεται, ότι η καταναλωτική υστερία στις χώρες αυτές εμφανίζει μια υστέρηση.

Από τα στοιχεία εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα αποτελεί τον «ευρωπαίο πρωταθλητή» του δημόσιου χρέους. Αν στη διαπίστωση αυτή προστεθεί, ότι η χώρα μας ήταν αυτή στην οποία εφαρμόστηκε αναδιάρθρωση χρέους (PSI) που το ύψος της ανήλθε σε επίπεδο μοναδικό στην ιστορία της παγκόσμιας οικονομίας (και άλλο ρεκόρ), κατανοεί κανείς γιατί αποτελούμε το μαύρο πρόβατο στην Ευρώπη και στον Πλανήτη

Το πρόβλημα του ύψους του χρέους είναι βεβαίως μόνο η αρχή. Δύο διάσημοι οικονομολόγοι  ο Βέλγος καθηγητής Paul Grauwe του LSE και η Κινέζα καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Yuemei Ji ερεύνησαν πρόσφατα τη άσχημη δημοσιονομική κατάσταση της ευρωζώνης και την πολιτική της επιθετικής λιτότητας που εφαρμόζει, για την επίλυσή της, η οποία παραλίγο να τινάξει το Ευρώ στον αέρα, ανέδειξαν ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Ειδικώς για την Ελλάδα κατέγραψαν υποθετικά σενάρια για τον τρόπο και την απαιτούμενη χρονική διάρκεια αποπληρωμής του δημόσιου χρέους της στις σημερινές συνθήκες μετά  το «success story». Υπέθεσαν ότι η Ελλάδα θα επιχειρήσει να αποπληρώσει το χρέος της με επιτόκια όχι μεγαλύτερα από το ρυθμό της ετήσιας οικονομικής της μεγέθυνσης,  για να περιορίσει το χρέος, όχι στο 60% που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ, αλλά στο 90%, ώστε να είναι βιώσιμο.

Για την προσπάθεια αυτή θα απαιτηθούν 22 έως 50 χρόνια, ανάλογα με το ύψος του ετήσιου πρωτογενούς πλεονάσματος που θα επιτύχει η χώρα μετά από έναν  ισοσκελισμένο  προϋπολογισμό της. Αν δηλαδή το πρωτογενές πλεόνασμά της θα είναι 2% ετησίως, θα απαιτηθούν (50) πενήντα χρόνια. Αν το πλεόνασμα θα είναι 3% θα απαιτηθούν (30) τριάντα χρόνια και αν είναι 4% ετησίως, (22) είκοσι δύο χρόνια.

Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποτυχημένη προσπάθεια ισοσκέλισης  του προϋπολογισμού ή αύξησης των δαπανών, θα παρατείνει αναλόγως τη χρονική περίοδο αποπληρωμής του χρέους.

Δηλαδή η Ελλάδα  θα «ζήσει» επί 22 χρόνια με πολύ βαριά λιτότητα, ή 30 χρόνια με βαριά λιτότητα ή μισό αιώνα με πιο ελαφριά λιτότητα (πάντως λιτότητα), με  ότι μια τέτοια ανάλγητη και επικίνδυνη πολιτική συνεπάγεται για τους Έλληνες πολίτες. Προκύπτει μετά από όλα αυτά ένα αμείλικτο ερώτημα: Ποιο σύστημα μπορεί να αντέξει, με όρους δημοκρατίας και νομιμότητας, μια τόσο «προσωρινή»  εφαρμογή προγραμμάτων διαρκούς λιτότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία προσπάθεια που επιχειρήθηκε  στην Ελλάδα, με όρους βεβαίως κατάλυσης της δημοκρατίας, κράτησε μόνον επτά χρόνια, και στιγματίστηκε ως μια από τις πιο μελανές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, εκτός των άλλων και για τη λιτότητα.
Παρόλα αυτά, το δίλλημα και οι συγχύσεις γύρω από το ερώτημα να βγεί ή να μην βγεί η χώρα από το Μνημόνιο, που ταλλανίζει την ελληνική κοινωνία και την πολιτική κατάσταση είναι υπαρκτό. Τελευταία όμως μετεξελίσσεται σε εθνικό στόχο. Μετά το ΣΥΡΙΖΑ που μονότονα προτείνει την αναθεώτηση του χρέους και την έξοδο από τα μνημόνια το μέτωπο έστω και τυπικά διευρύνεται. Ο Γενικός Γραμματέας της Κυβέρνησης και έμπιστος συνεργάτης του πρωθυπουργού είπε  προσφάτως ότι "η τρόικα και το μνημόνιο είναι μια μελανή σελίδα στην Ιστορία της χώρας.."
Το δημόσιο χρέος των 320 δισεκατομμυρίων Ευρώ  σε ποσοστό 71% βρίσκεται στα χέρια του επίσημου ευρωπαϊκού τομέα (OSI). Για την εξυπηρέτησή του η Ελλάδα πληρώνει για τα διμερή δάνεια του αρχικού προγράμματος επιτόκιο περίπου 0,75%, ενώ για τα δάνεια του EFSF θα πληρώσει τόκους μετά από δέκα χρόνια.Για τα επιτόκια των δύο προγραμμάτων του ΔΝΤ, οι τόκοι κυμαίνονται στο 3%. Είναι προφανές ότι περισσότερες διευκολύνσεις ως προς το χρόνο εξόφλησης των δανείων και τη μείωση των επιτοκίων, τα περιθώρια είναι μικρά. Η βιωσιμότητα του χρέους μόνο με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ,  με τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους είναι δυνατή και δεν μπορεί να λυθεί μόνο για την Ελλάδα, γιατί ανάλογη ρύθμιση θα απαιτήσουν και οι υπόλοιπες χρεωμένες χώρες, ενώ θα αντιδράσουν όλες οι χώρες της ευρωζώνης. Άρα μια τέτοια ρύθμιση απαιτεί μια ευρωπαϊκή διάσκεψη για την επίλυση του χρέους στο σύνολο της Ευρωζώνης  σε συνδυαμό με τη συνολική αναδιάρθρωση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της, που οι αδυναμίες και οι ελλέιψεις του οδήγησαν την Ευρωζώνη στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση, προκάλεσαν το διχασμό μεταξύ Βορρά Νότου και έστρεψαν τα κράτη μέλη της ευρωζώνης προς την εθνική εσωστρέφεια και περιχαράκωση. 
Η λύση που μεθοδεύεται είναι εξίσου αδιέξοδη.  Ο αρμόδιος επίτροπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Όλι Ρεν έδωσε πρόσφατα την απάντηση. Η έξοδος από το μνημόνιο δεν συνεπάγεται και το τέλος της επιτήρησης της Ελλάδας άρα και την πολιτική της λιτότητας με ή χωρίς  μνημόνια. Η πολιτική αυτή θα συνεχιστεί έως ότου το δημόσιο χρέος της χώρας μας  και των άλλων  προφανώς  χρεωμένων κρατών μελών, μειωθεί κάτω από το 75% του ΑΕΠ.
Ειδικώς για την Ελλάδα  από το 170% που βρίσκεται σήμερα το χρέος της μέχρι το 75%, απαιτείται χρόνος μισού αιώνα με βαση τις πιο ευνοϊκές συνθήκες αποπληρωμής του χρεους. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το βασικό σενάριο της πιο πρόσφατης έκθεσης βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, με μέση ετήσια ανάπτυξη 2,3% από το 2014-2030, πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% το 2014,  3% το 2015, και  4,1% κατά μέσο όρο, από το 2016-2030, σενάριο μάλλον ουτοπικό, το χρέος το 2030 θα βρίσκεται στο 86%.
Είναι προφανές ότι η πολιτική που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα είναι περίπου αδιέξοδη. Χρειάζεται ριζική αλλαγή πολιτικής στην ευρωζώνη αλλά και κυρίως στην Ελλάδα. Μοναδικός και απαρέγκιτος όρος, η ανατροπή των πολιτικών δυνάμεων που οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση, μέσω δημοκρατικών διαδικασιών, εκλογών, νέο εκλογικό νόμο, δημοκρατικές εγγυήσεις και ότι άλλο χρειαστεί, για να διαμορφωθεί μια νέα πολιτική και κοινωνική συμμαχία και μια νέα πρόταση διεξόδου ώστε  η χώρα να  οδηγηθεί, σε μια νέα βιώσιμη διαπραγμάτευση με τους δανειστές και τους εταίρους μας, και παράλληλη αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης που μαστίζει πλέον  την ελληνική κοινωνία.      

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου