Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Νέα ψηφιακή εποχή


Η πληθωριστική ανάπτυξη των οπτικοακουστικών υπηρεσιών, αλλά κυρίως η πολιτική της Ε.Ε που χαράχθηκε στη Λισαβόνα και θεοποίησε τον ανταγωνισμό στην κατεξοχήν πολιτιστική βιομηχανία των οπτικοακουστικών μέσων, οδήγησαν σε καταιγιστικές και ανεξέλεγκτες αλλαγές  στον τομέα, ενώ επηρέασαν  τις εξελίξεις και στη χώρα μας, που κυρίως σύρεται πίσω από τις εξελίξεις χωρίς να ακολουθεί καμία συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη  εθνική επικοινωνιακή πολιτική. Ο νόμος 3592/2007 αποτελεί τη βάση για τη μετάβαση στην ψηφιακή τεχνολογία στην χώρα μας.  

Στο ισχύον ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο αξιοποιούνται, οι αρχές και η μεθοδολογία του κοινοτικού δικαίου (αρχές ανταγωνισμού), μαζί με τη νέα αναθεωρημένη οδηγία «Οπτικοακουστικές Υπηρεσίες χωρίς Σύνορα» ( 2010/13/ΕΕ), Οδηγίες για  τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τα δίκτυα 2002/19/ΕΚ 2002/20/ΕΚ, 2002/21/ΕΚ, 2002/22/ΕΚ, 2002/58/ΕΚ, 2002/77/ΕΚ), σε συνδυασμό με την αρχή της επικουρικότητας (άρθρο 5 της Συνθήκης) και τις εθνικές νομικές ρυθμίσεις για να προωθήσουν, στη παρούσα φάση της μετάβασης στη ψηφιακή τεχνολογία, την ανάπτυξη ενός νομικά «ελαστικού» κανονιστικού πλαισίου, που υπηρετεί κυρίως τις στοχεύσεις των συμφερόντων των οπτικοακουστικών επιχειρήσεων της Ένωσης.

Οι αρχές αυτές δεν προστατεύουν  ικανοποιητικά τα γενικά συμφέροντα της κοινωνίας, όπως την ελευθερία της έκφρασης και την ισότιμη πολιτική πολυφωνία, την πολιτισμική ποικιλομορφία, το δικαίωμα απάντησης θιγόμενου πολίτη, την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της παιδικής ηλικίας και δεν καλύπτουν, με δεσμευτικό τρόπο, το κόστος μετάβασης των νοικοκυριών στη νέα ψηφιακή τεχνολογία.  



 

Μετάβαση στη ψηφιακή τεχνολογία

Η μετάβαση από τις αναλογικές σε ψηφιακές  ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (switchover) είναι μια σύνθετη διαδικασία, που επηρεάζει όλες τις φάσεις της αξιακής αλυσίδας της οπτικοακουστικής βιομηχανίας. Τη ρύθμιση, την παραγωγή περιεχομένου, τη μετάδοση και ιδιαιτέρως τη λήψη, με κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο. Η δυσχερέστερη περίπτωση μετάβασης, εντοπίζεται στην επίγεια ψηφιακή τηλεόραση, εξαιτίας παραγόντων όπως, η έλλειψη ραδιοφάσματος (συχνοτήτων) σε ορισμένες περιοχές, το κόστος για την επίτευξη ευρείας κάλυψης, η σχετικά περιορισμένη χωρητικότητα του δικτύου, οι επιδιώξεις επιχειρηματικών συμφερόντων και οι τεράστιες δαπάνες της λήψης. Αυτό το είδος της μετάβασης επέλεξε η Ελλάδα. (Η Α φάση, της τελικής ψηφιακής μετάδοσης αρχίζει αυτό το μήνα Μάιο από την Κρήτη και θα ολοκληρωθεί στη Θράκη το Φεβρουάριο του 2014).   

Εκτός από αυτά που σχεδιάζονται για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, επανεξετάζεται και ο ρόλος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, όρος που έχει ενταχθεί στο τελευταίο Μνημόνιο η οποία ήδη εκπέμπει ψηφιακά και λανσάρει επί πλέον και ένα κανάλι υψηλής ευκρίνειας. Σήμερα, μαζί με την αποστολή και το ρόλο της δημόσιας οπτικοακουστικής υπηρεσίας, θα εξεταστεί πιθανόν εκτός από την «αξιολόγηση» του  προσωπικού της, το σύστημα χρηματοδότησής της και η διαφάνεια στα οικονομικά της (Λογιστικός Διαχωρισμός των τομέων δραστηριότητάς τους) κα.

Η νέα αντίληψη που προωθείται είναι ότι, η δημόσια ραδιοτηλεόραση θα πρέπει να εκπληρώνει την αποστολή της, ως  δημόσια υπηρεσία, όπως αυτή ορίζεται από το σύνταγμα και τους νόμους του κάθε κράτους  μέλους, αλλά θα σέβεται την αρχή της αναλογικότητας και δεν θα  θίγει τις συνθήκες εμπορίου και ανταγωνισμού της  Ε.Ε, πολιτική που ασκείται με ισχυρή πίεση πρόσφατα και στη χώρα μας. Χάος επικρατεί στη Ραδιοφωνία, δημόσια και ιδιωτική.

 

Απαιτείται δημόσια παρέμβαση.

Η μετάβαση  στη νέα εποχή όπως επισημάνθηκε, επηρεάζει δυσμενώς τα γενικά συμφέροντα της κοινωνίας. Σημαντικό επομένως καθήκον του κάθε δημοκρατικού κράτους είναι η παρέμβασή του και η εξασφάλιση της διαρκούς και σταθερής  διάθεσης των παντός τύπου τηλεοπτικών υπηρεσιών, σε συνθήκες διαφάνειας, ελεύθερης έκφρασης, χωρίς διακρίσεις και βάσει ίσων ευκαιριών σε όλα ανεξαιρέτως τα τμήματα του πληθυσμού. Αυτό αποτελεί εξαιρετική προϋπόθεση ιδιαίτερα για τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς(ΕΡΤ.ΑΕ), προς  εκπλήρωση των  επιδοτούμενων από την κοινωνία υποχρεώσεών τους (στην ενημέρωση και τη ψυχαγωγία) και την πλήρη  κάλυψη των γενικών συμφερόντων της. 

Δυστυχώς στη χώρα μας, έχει δρομολογηθεί αυθαίρετη, μονομερής, αδιαφανής  παρέμβαση από την κυβέρνηση, για τη ψηφιακή μετάβαση, που όπως διαφαίνεται από το ισχύον νομικό πλαίσιο, επιχειρείται  με αδιαφανείς  μεθοδεύσεις και μονομερείς επιδιώξεις, η άσκηση πολιτικής διαμεσολάβησης, που διαιωνίζεται κατά παράδοση σε αυτό τον τομέα, από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της Ν.Δ και του ΠΑΣΟΚ μέχρι τη σημερινή τρικομματική κυβέρνηση που συνεχίζει το έργο των προηγουμένων. Η πολιτική αυτή οδήγησε ως γνωστό, σε πλήρη απορύθμιση του Οπτικοακουστικού τομέα, δημόσιου και ιδιωτικού που παραμένει άναρχος και ασύδοτος μέχρι σήμερα.

 

Το Ελληνικό πλαίσιο ρύθμισης.

Στη χώρα μας επιχειρήθηκε η μετάβαση στην ψηφιακή τεχνολογία, με πρόχειρο και αδιαφανή τρόπο, χωρίς την σφαιρική ενημέρωση της κοινωνίας των πολιτών για το τι σημαίνει μετάβαση στη ψηφιακή τεχνολογία των οπτικοακουστικών μέσων. Υποχρέωση άλλωστε που επιβάλλονταν από τις κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής της,  Ε.Ε για τη μετάβαση.

Χωρίς επίλυση των σύνθετων προβλημάτων που δημιουργούν τα άναρχα πεδία κεραιών και πομπών, χωρίς ολοκληρωμένη και διαφανή εθνική πολιτική παραγωγής περιεχομένου και  δικτύων πρόσβασης, χωρίς συνολικό σχέδιο και ολοκληρωμένο  πλαίσιο μετάβασης από την αναλογική στην ψηφιακή τεχνολογία, χωρίς την ύπαρξη μητρώου των εκχωρηθέντων ή παρανόμως χρησιμοποιούμενων συχνοτήτων, χωρίς συγκροτημένα συστήματα ή κέντρα/πάρκα κεραιών, χωρίς νομοθετική πρόβλεψη  του φορέα που θα αναλάβει υπεύθυνα τις δοκιμές  και τη μετάβαση, χωρίς καν να έχει ρυθμιστεί το μείζον θέμα της αδειοδότησης των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών που συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι σήμερα σε μη νόμιμη βάση.

Η ΕΡΤ «αποφάσισε από μόνη της» να προχωρήσει στην ψηφιακή μετάβαση, αναλαμβάνοντας τα έξοδα παραγωγής περιεχομένου και μετάδοσης. Παράλληλα  η ιδιωτική πρωτοβουλία που εμφανίζεται ως «συνοδοιπόρος» σε κάθε νεοφιλελεύθερη μεταρρυθμιστική προσπάθεια, επιχειρεί τη μετάβαση με τη σύσταση της ιδιωτικής εταιρείας Digea, ενώ κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για τις δαπάνες της  οπτικοακουστικής λήψης που θα καταβάλουν  οι  πολίτες, που ανέρχονται περίπου σε μισό δισεκατομμύριο ευρώ για την αντικατάσταση εκατομμυρίων συσκευών η την τοποθέτηση αποκωδικοποιητών μετατροπής των παλιότερων συσκευών. Η σχετική διαφήμιση της Digea είναι προκλητική. «Συνδέεστε με έναν απλό αποκωδικοποιητή»

Αντιθέτως η κυβέρνηση της ΝΔ από το 2007 με το νόμο 3592/2007 ικανοποίησε όλα τα αιτήματα  των ιδιοκτητών των ομίλων ΜΜΕ, χωρίς να διασφαλίσει τα ζητήματα που συνδέονται με το δημόσιο συμφέρον. Τυχόν αδιαφανή ανταλλάγματα φαίνεται ότι σχετίζονται με το διαρκές διαμεσολαβητικό επικοινωνιακό παιχνίδι που παίζεται στη χώρα μας, μεταξύ κυβερνήσεων και ιδιοκτητών Μέσων Επικοινωνίας. Η κυβέρνηση φρόντισε να οχυρώσει τους λειτουργούντες τηλεοπτικούς σταθμούς δίνοντάς τους το προνόμιο αυτοί μόνο να δικαιούνται άδειες ψηφιακής εκπομπής, αποκλείοντας τις τηλεπικοινωνιακές εταιρίες που στην Ε.Ε έχουν διεισδύσει στα συστήματα ψηφιακής εκπομπής.

 

Το ισχύον νομικό πλαίσιο

Είναι προφανές ότι ο νόμος  που ψήφισε η Κυβέρνηση  Κ Καραμανλή το 2007 και αποδέχτηκε το ΠΑΣΟΚ, δεν αποτελεί ένα συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο αλλά ένα διάτρητο μόρφωμα γενικόλογων και ελαστικών διατάξεων που θα εφαρμόζονται ανάλογα με τις εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές και επιδιώξεις.

Αποτελεί ένα νόμο πλαίσιο γενικού και ασαφούς περιεχομένου, που διαιωνίζει την κατάσταση ομηρίας στην οποία βρίσκονται τα τελευταία 18 χρόνια οι επιχειρήσεις των  οπτικοακουστικών μέσων. Ο «αρμόδιος» Υπουργός, με υπουργικές αποφάσεις, προεδρικά διατάγματα  που θα εκδοθούν( έχουν ήδη περάσει 6 χρόνια χωρίς να εκδοθούν), καθίσταται κυρίαρχος του παιχνιδιού και  παρέχει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να καθορίζει τους όρους «ρύθμισης» του επικοινωνιακού τοπίου, να κρατάει ομήρους τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ και να προωθεί επιλογές που θα ευνοούν την πολιτική διαμεσολάβησης που ασκείται στη χώρα μας, διαχρονικά από όλες τις κυβερνήσεις, στα ΜΜΕ.

«Επιλύει»  το θέμα της συγκέντρωσης με την ενίσχυση και τη νομιμοποίηση της δεσπόζουσας θέσης των ομίλων ΜΜΕ, διευκολύνει την αδιαφανή μετάβαση και εδραίωση των υπαρκτών αναλογικής τεχνολογίας εμπορικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων στη ψηφιακή εποχή, αλλοιώνει τους όρους του ανταγωνισμού  στην μελλοντική αδειοδότηση των ραδιοτηλεοπτικών επιχειρήσεων με την πριμοδότησή τους με το περιβόητο κριτήριο της «παλαιότητας».

Δεν έχει γίνει γνωστό και διάφανο, ότι απαιτούνται σοβαρές  πολιτικές, θεσμικές και κοινωνικές ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της κρίσιμης και σοβαρής φάσης μετάβασης στη νέα ψηφιακή τεχνολογία.

 

Προτάσεις, Πεδία ρύθμισης

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που ήδη με την έγκριση της νέας οδηγίας  «Οπτικοακουστικές Υπηρεσίες χωρίς Σύνορα», Οδηγία 2010/13/ΕΕ, επιβάλλεται με  πιο ελαστικές των υπαρκτών κανονιστικές ρυθμίσεις σε σχέση με τις της παλιότερες οδηγίες, τουλάχιστον μέχρι την επόμενη αναθεώρησή της. Όπως για παράδειγμα η ελαστικοποίηση της εποπτείας και της ρύθμισης στις διαφημίσεις. Η «Επιτροπή  Επαφής» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του άρθρου 23α της οδηγίας (τακτικό φόρουμ αντιπροσώπων κρατικών και ρυθμιστικών αρχών), λειτουργεί γραφειοκρατικά με σχεδόν ανύπαρκτες αρμοδιότητες. Θα πρέπει, με την άσκηση πολιτικής παρέμβασης, να μετεξελιχθεί σε επιτροπή διαβούλευσης, διαμεσολάβησης και διαιτησίας με αυξημένες και αποφασιστικού χαρακτήρα διοικητικές και κυρωτικές αρμοδιότητες, προκειμένου να αντιμετωπίζει τα  διασυνοριακά θεσμικά και νομικά προβλήματα κατά τη λειτουργία και μετάδοση προγραμμάτων σε ενωσιακό επίπεδο. Σχετικό πλαίσιο ρύθμισης και εποπτείας ευρωπαϊκού και εθνικού συντονισμού και κοινών κανόνων αγοράς, ήδη λειτουργεί στο τομέα της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς ενέργειας.     

Ενίσχυση και αναβάθμιση του ρόλου των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών μέσων στην Ε.Ε στη ψηφιακή εποχή, για να παίξουν το ρόλο ατμομηχανής  πολιτιστικής  ανάπτυξης και έγκυρης ενημέρωσης στο διττό, δημόσιο και ιδιωτικό σύστημα στα ΜΜΕ, που αποτελεί βασική πολιτική και πολιτιστική παράδοση και επιλογή στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως προβλέπεται στο σχετικό  πρωτόκολλο της Συνθήκης του Άμστερνταμ.

Το σύστημα ρύθμισης και εποπτείας των οπτικοακουστικών μέσων θα πρέπει να επιβλέπεται σε εθνικό επίπεδο από  ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, οι οποίες αφού  υπερβούν την κρίση τους, και εκσυγχρονιστούν, αναβαθμιστούν και ανεξαρτητοποιηθούν πλήρως από την κρατική εξουσία, να συντονίσουν με θεσμικό τρόπο τα βήματά τους κάτω από τον έλεγχο της Βουλής, ως κυβερνώσας δύναμης, σε μια σύγχρονη δημοκρατία.

Ειδικότερα απαιτούνται:

• Σύγχρονο ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο που θα επεκτείνει τη συνταγματική επιταγή των άρθρων 14 και 15, και την ισχύουσα εθνική νομοθεσία που τη συνοδεύει, για να καλυφθούν και οι διασυνοριακές ανάγκες ρύθμισης. Στο κοινοτικό θεσμικό πλαίσιο   υπάρχει πλούσια εμπειρία για την επιτυχία των επιβαλλόμενων ρυθμίσεων  (πρόσβαση στα δίκτυα, διαλειτουργικότητα,  διαχείριση συχνοτήτων, πάρκων κεραιών και πομπών κ.α).

• Συγκροτημένες και άρτια εξοπλισμένες σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα Ανεξάρτητες Διοικητικές  Αρχές, που θα λειτουργούν μεταξύ κράτους και αγοράς ως ρυθμιστικά και εποπτικά  αντίβαρα στις τάσεις ασυδοσίας και απορύθμισης που προωθούν διαρκώς οι εμπορικές ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις ή τις προσπάθειες διαμεσολάβησης και ομηρίας που μεθοδεύουν τα εκάστοτε κυβερνητικά επικοινωνιακά επιτελεία. 

Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης(ΕΣΡ) για την αδειοδότηση, ρύθμιση και εποπτεία των παρόχων  περιεχομένου, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων(ΕΕΤΤ), για την αδειοδότηση, τη ρύθμιση και την εποπτεία των παρόχων δικτύου και κεραιών.  

Αρχή Ανταγωνισμού (ειδικό τμήμα) για τον έλεγχο της συγκέντρωσης και της μετοχικής σύνθεσης των κεφαλαίων των ραδιοτηλεοπτικών επιχειρήσεων και τις προκλητικές εναρμονισμένες πρακτικές των παρόχων

Αρχή Προσωπικών Δεδομένων και Αρχή Επιτήρησης του Internet  για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και των προσωπικών δεδομένων των πολιτών και την προστασία των ανηλίκων.

Οι Αρχές αυτές    θα πρέπει να  λειτουργούν συντονισμένες αλλά και η κάθε μία αυτοτελώς στο πεδίο αρμοδιότητάς τους,  υπό την εποπτεία και τον ουσιαστικό έλεγχο  της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής:

Θα διασφαλίζεται έτσι:

√ Η εφαρμογή του συντάγματος, των νόμων και των κωδίκων δεοντολογίας στη λειτουργία των ΜΜΕ, η  νομιμότητα, η διαφάνεια, ο έλεγχος της οικονομικής αυτοδυναμίας των επιχειρήσεων, η βιωσιμότητα  στο ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, ο έλεγχος παράνομων ή καταχρηστικών συμπεριφορών στον ανταγωνισμό, η ονομαστικοποίηση των μετοχών τους όπου ο νόμος προβλέπει, ο έλεγχος των εξωχώριων εταιρειών που λειτουργούν στην επικράτεια της Ε.Ε και η απαγόρευση συμμετοχής στη μετοχική σύνθεση των κεφαλαίων των επιχειρήσεων των οπτικοακουστικών μέσων  εξωχώριων εταιρειών εκτός Ε.Ε.

√ Η αυστηρή διαχείριση και εποπτεία  του φάσματος των συχνοτήτων και των κέντρων εκπομπών και κεραιών, ενός  σημαντικού κοινωνικού πόρου που δεν πρέπει να σπαταλιέται ή να ληστεύεται, την ελεύθερη έκφραση και την πολυφωνία στην ενημέρωση, την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της παιδικής ηλικίας, την πολιτιστική ανάπτυξη.

Η εποπτεία και η ρύθμιση των μέσων ενημέρωσης με πλήρη ισοτιμία, διαφάνεια και πολυπολιτισμική ευαισθησία, απορρίπτοντας το μύθο της δήθεν προστασίας   των εμπορικών και ιδιοκτησιακών απορρήτων των επιχειρήσεων ή του διευθυντικού δικαιώματος τους  να αλωνίζουν προκλητικά στο πεδίο της ενημέρωσης. Οι αρχές αυτές  θα δίνουν λόγο κατά τακτά διαστήματα στην αρμόδια  Επιτροπή της Βουλής και θα λογοδοτούν σε αυτήν  μέσω της έγκρισης της ετήσιας έκθεσής τους από την Επιτροπή της Βουλής.  

√ Η ενίσχυση και αναβάθμιση των  δημόσιων  οπτικοακουστικών μέσων, για να καλύψουν τα ελλείμματα και τις ανεπάρκειες των εμπορικών επιχειρήσεων, στην πολυφωνική ενημέρωση και τον πολιτισμό,  στις νέες διαδραστικές υπηρεσίες  (τηλε-μάθησης, τηλε-υγείας, τηλε-πληροφόρησης κ.α) για τις οποίες δεν θα δείξουν ενδιαφέρον οι ιδιωτικοί σταθμοί για λόγους μειωμένων προσδοκιών κέρδους ενώ αντίθετα  θα επιδοθούν στην ανάπτυξη των κατ΄αίτηση (μη γραμμικών υπηρεσιών) στις οποίες οδηγείται το μέλλον των οπτικοακουστικών υπηρεσιών. 

√ Ριζικά διαφορετικό και συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο συλλογικής  οργάνωσης,  εκπροσώπησης και δεοντολογίας των ραδιοτηλεοπτικών επιχειρήσεων, με στόχο τη δημιουργία μιας νέας  επιχειρηματικής κουλτούρας και  νέους  όρους ανταγωνισμού  μεταξύ των επιχειρήσεων που σήμερα δεν υπάρχουν για αυτό επικρατεί, σκληρός,  ανελέητος και αθέμιτος ανταγωνισμός.

√ Η επαναδιαμόρφωση και προώθηση ενός σύγχρονου, δημόσιου, αξιόπιστου  και διαφανούς  πλαισίου για τις μετρήσεις και τις έρευνες τηλεθέασης, ώστε να σταματήσουν, ο εμπαιγμός και τα παιχνίδια γύρω από τις ιδιωτικές μετρήσεις, τηλεθέασης, διαδικτύου και ραδιοφώνων και αξιοποίηση των διασταυρωμένων και αξιόπιστων  δημόσιων μετρήσεων και ερευνών αγοράς, για την βελτίωση της ποιότητας των προγραμμάτων.

√ Η αναβάθμιση του ρόλου του δημοσιογραφικού κινήματος που θα παρέμβει, ως αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο, πέρα από τις συνδικαλιστικές του διεκδικήσεις, για την εξυγίανση και ρύθμιση του χαοτικού και ήδη προβληματικού τομέα των ΜΜΕ και την καθιέρωση ενός σύγχρονου πλαισίου κοινωνικού έλέγχου στην λειτουργία των επικοινωνιακών μέσων.

√ Η συγκρότηση ενός ανεξάρτητου, μαζικού, διεκδικητικού,  κινήματος καταναλωτών /χρηστών  που θα παρεμβαίνει αγωνιστικά, και μέσω του διαδικτύου, για να επιβάλλει το σεβασμό των μέσων   απέναντι στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την εκμετάλλευση πολιτών  ευάλωτων κοινωνικών κατηγοριών (γυναίκες, ανηλίκους, μετανάστες, πολίτες με αναπηρίες). Την αλλαγή της «στάσης ανοχής» των κομμάτων της Αριστεράς προς τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα που διεκδικούν και αυτά, κυρίως μέσω ορισμένων στελεχών τους, επικοινωνιακές σχέσεις με τα μέσα. Τη συνειδητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών, ανδρών και γυναικών για το μύθο, τον εμπαιγμό και την ισοπεδωτική πρακτική στο όνομα των κερδοσκοπικών επιδιώξεων  της εμπορικής τηλεόρασης.

√ Η καθιέρωση στις δύο βασικές βαθμίδες της εκπαίδευσης, υποχρεωτική και δευτεροβάθμια, του μαθήματος του πολιτισμού, με ιδιαίτερα εκτεταμένο πεδίο μάθησης στην τηλεόραση, προκειμένου να απομυθοποιηθεί η εικονική πραγματικότητα, και να αναδειχθούν τα κοινωνικά και πολιτισμικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι που προσελκύονται ή εργάζονται πίσω από τις κάμερες και τα λαμπερά φώτα των σκηνικών.  

Συνταγματική και νομική  ρύθμιση λοιπόν, με την συμβολή Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, αλλά κυρίως πολιτική βούληση και κοινωνική παρέμβαση, είναι τα όπλα των σύγχρονων κοινωνιών, για την αντιμετώπιση των αρνητικών προκλήσεων στον αναγκαίο, ευαίσθητο  και αναπτυσσόμενο τομέα των ΜΜΕ.

Παρόλα αυτά όμως θα πρέπει να τονιστεί ότι, η σφαιρική και σε βάθος ενημέρωση, εξακολουθεί να αποτελεί μια σημαντική παραγωγική λειτουργία, που σήμερα ασκείται μόνο  από τον έντυπο τύπο και είναι αδύνατο να  πραγματοποιηθεί χωρίς προσπάθεια. Η λειτουργία αυτή πρέπει να αναπτυχθεί και στα ηλεκτρονικά μέσα.

Η ενημέρωση σήμερα απαιτεί μια πραγματική διανοητική συμμετοχή. Είναι μια λειτουργία σημαντική για τα δημοκρατικά καθεστώτα, ώστε να αξίζει να της αφιερώσει ο πολίτης ένα μέρος του χρόνου του και της προσοχής του. Είναι μια κοινωνική άσκηση και στοχεύει στη διαμόρφωση υπεύθυνων και ενημερωμένων πολιτών. Η αξία αυτή πρέπει να παραμείνει ζωντανή στην έντυπη δημοσιογραφία, και να αναπτυχθεί και στην ηλεκτρονική  για να μην βρεθούμε κάποτε μπροστά στο τέλος της.

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου