Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Η Ευρώπη μετά την κρίση

Η δική μας Ευρώπη βρίσκεται στον αντίποδα της Ευρώπης του νεοφιλελευθερισμού, των αυτοκρατορικών βλέψεων κάποιων κρατών της και του εντεινόμενου αυταρχισμού. Η δική μας Ευρώπη είναι «η Ευρώπη των λαών, η Ευρώπη των επαναστάσεων, η Ευρώπη του κοινωνικού κράτους,η Ευρώπη του σεβασμού της παιδικής ηλικίας, των ηλικιωμένων και των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, η Ευρώπη της επιστημονικής επανάστασης, η Ευρώπη του διαφωτισμού και της ριζοσπαστικής κρητικής του, η Ευρώπη του φεμινισμού, της οικολογίας και του διεθνισμού, η Ευρώπη της αλληλεγγύης και της Δημοκρατίας, η Ευρώπη του σοσιαλισμού»
Από τη Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ στο κεφάλαιο «Οι αρχές της στρατηγικής μας»

Το πρωτότυπο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, έχει διανύσει πάνω από πενήντα χρόνια, με σημαντικούς σταθμούς και τομές. Καθοριστικές Συνθήκες που επηρέασαν την εξέλιξή της ήταν η Συνθήκη του Μάαστριχτ που εισήγαγε την ΟΝΕ και επέφερε το πρώτο και καταλυτικό χτύπημα στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο που είχε οικοδομηθεί τις τρεις χρυσές κοινωνικές δεκαετίες του 70 και 80 και 90, και η Συνθήκη της Λισαβόνας που επέβαλλε εμμέσως το νεοφιλελεύθερο οικονομικό υπόδειγμα, μετά την απόρριψη του «οικονομικού συντάγματος» από τη Γαλλία και προώθησε το προβάδισμα της ανταγωνιστικότητας σε βάρος της κοινωνικής συνοχής, της κοινοτικής αλληλεγγύης και της οικονομικής σύγκλισης των κρατών-μελών της Ένωσης. Σήμερα είναι πλέον εμφανές ότι, η ευρωπαϊκή ενοποίηση παρουσιάζει καθυστερήσεις και ελλείμματα που επιβεβαιώνουν τη «μακρά πορεία» της. Η κρίση χρέους της Ευρωζώνης που ενέσκηψε προσφάτως (2007), μετά την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση έχει προκαλέσει σοβαρές αμφισβητήσεις και έντονο σκεπτικισμό κατά πόσον το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης μπορεί να συνεχιστεί απρόσκοπτα.






Στην Ελλάδα, λόγω αυτών των σημαντικών ελλειμμάτων και δυσκολιών της Ένωσης, αλλά και κυρίως του χάσματος ανταγωνιστικότητας και ανάπτυξης που την χωρίζουν από τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά έχει διαμορφωθεί σε βάρος του εγχειρήματος της ενοποίησης, ένα επικίνδυνο επικοινωνιακό μίγμα ευρωσκεπτικισμού είτε με βάση τον εθνικιστικό αναδελφισμό (περιούσιο έθνος η Ελλάς) είτε με βάση το φονταμενταλιστικό αντιδυτικισμό (Ανατολική κουλτούρα-Ορθοδοξία)που σε συνδυασμό με τη κρίση χρέους που ενέσκηψε μετά την διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, θολώνουν πλήρως τις εκτιμήσεις για την πορεία και την προοπτική του εγχειρήματος.
Όμως η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν παύει να είναι μια πρωτότυπη, σύνθετη και πολύπλοκη διαδικασία, που κινείται στο επίπεδο του εποικοδομήματος και της οικονομικής-παραγωγικής βάσης. Ακριβώς για αυτούς τους λόγους προκαλεί συγχύσεις και παρεξηγήσεις, από την αβέβαιη πορεία της και την παραλυτική διαχείριση της λειτουργίας της, αλλά κυρίως για το έλλειμμα του προτύπου της μελλοντικής θεσμικής συγκρότησής της.
Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης, είναι εν δυνάμει προοδευτικό και η Διαχείριση του μεταβατικού μορφώματος από το ισχύον θεσμικό σύστημα και τους υπαρκτούς συσχετισμούς δυνάμεων συντηρητικό. Το πρώτο δεν προσβάλλεται, το δεύτερο μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση και επαφίεται στις επιλογές και τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών λαών, αναπόσπαστο μέρος των οποίων είναι και ο Ελληνικός λαός σύμφωνα με αδιαμφισβήτητους ιστορικούς, γεωπολιτικούς οικονομικούς και πολιτιστικούς όρους.
 
Η Ευρωπαϊκή πολιτική.
Είναι γεγονός ότι, σήμερα το όραμα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, συνεχίζει να παραμένει απροσδιόριστο, η δομή της Ένωσης είναι ανεπαρκής, η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης ελλιπής ενώ οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της, προωθούν ένα νεοφιλελεύθερης έμπνευσης στρατηγικό σχέδιο, που αναδεικνύει τον ανταγωνισμό ως κυρίαρχο δόγμα, σε βάρος του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου, των αξιών της αλληλεγγύης της δημοκρατίας και της ποιότητας ζωής των ευρωπαίων πολιτών ανδρών και γυναικών. Όμως ο πανικός που καλλιεργείται από πολλές πλευρές και διάφορες σκοπιμότητες γύρω από το μέλλον της δεν δικαιολογείται. Η κυριαρχία της χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης είναι δεδομένη. Οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ευρώπη και τον κόσμο είναι γνωστοί και εν πολλοίς συντηρητικοί Όμως το προοδευτικό όραμα με κατεύθυνση τον κοινωνικό μετασχηματισμό της Ευρώπης παραμένει αναλλοίωτο. Η Ε.Ε δεν θα διαλυθεί, ενώ είναι γνωστά τα πλεονεκτήματά της σε σύγκριση με τις άλλες περιοχές του πλανήτη
Με βάση τους υφιστάμενους πολιτικούς συσχετισμούς, η σημερινή στρατηγική της Ε.Ε, αποσκοπεί, στην κυριαρχία της στο διεθνή ανταγωνισμό προς όφελός της, στο πλαίσιο του αναδυόμενου νέου παγκόσμιου παραγωγικού συστήματος (νέες τεχνολογίες αιχμής, ανάπτυξη χαμηλού άνθρακα, υπηρεσίες ποιότητας) και στη μεταστροφή των συσχετισμών της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης, υπέρ της. Για το σκοπό αυτό, εγκαταλείπει τις πολιτικές οικονομικής σύγκλισης και κοινωνικής συνοχής και επιδιώκει τη δημιουργία μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων και χαμηλού κόστους στην περιφέρειά της Μια Ευρώπη υπερεθνικό μόρφωμα υπό την ηγεμονία της Γερμανίας και κυριαρχούμενο από τις αγορές, που θα περιορίσει την εθνική κυριαρχία από τα κράτη μέλη (άλλωστε ένα σημαντικό βήμα έγινε αποδεκτό ήδη με το κοινό νόμισμα). Με βάση αυτή τη στρατηγική (Λισαβόνας) επιβάλλει, ρυθμίσεις και αυστηρούς ελέγχους στη δημοσιονομική πολιτική, στη ρευστότητα, στις κεντρικές τράπεζες, στον ανταγωνισμό, στις νέες τεχνολογίες, και στους εθνικούς προϋπολογισμούς(έγιναν ήδη τέτοιες ρυθμίσεις). Προωθεί τις περίφημες τέσσερεις ελευθερίες που ευνοούν κυρίως την πολυεθνική επιχειρηματικότητα, για να γίνει η Ε.Ε η πρώτη παγκόσμια ανταγωνιστική δύναμη
Την ίδια όμως ώρα, και παρά την κρίση χρέους που φορτώθηκε από την ασυδοσία της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής ελίτ που ξέσπασε το 2007 στις ΗΠΑ, η Ε.Ε παρακολουθείται ως πρωτότυπο και αυθεντικό εγχείρημα ηπειρωτικής οργάνωσης από ολόκληρο τον κόσμο, και για αυτό επηρέασε ανάλογες συγκροτήσεις σε όλο τον πλανήτη. Με πρότυπο την Ε.Ε, συγκροτήθηκαν ενώσεις στην Ασία, η Ένωση Εθνών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN), στην Αφρική η Αφρικανική Ένωση, στη Νότια Αμερική η  Ένωση Νοτιοαμερικανικών Εθνών(Mercosur), στη Βόρεια Αμερική η Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (NAFTA Με όλες τις αδυναμίες, τις αβεβαιότητες και τις καθυστερήσεις της, αποτελεί την «καρδιά του πλανήτη», είναι αυτάρκης, πλεονασματική, με σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, διαθέτει το ισχυρότερο νόμισμα του κόσμου και «δύναμη πυρός», παρά την κρίση χρέους και τις αρχιτεκτονικές ανισορροπίες στη δομή της. Τα αποθέματα χρυσού για παράδειγμα της Γαλλίας και της Ιταλίας, θα μπορούσαν να καλύψουν άνετα και χωρίς κανένα κίνδυνο, τις απαιτούμενες εγγυήσεις του οποιουδήποτε μηχανισμού χρηματοπιστωτικής σταθερότητας η την ανάγκη κοπής χρήματος, να επαναφέρουν τις αγορές σε συνθήκες πλήρους ηρεμίας και να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις των κερδοσκόπων πολύ εύκολα, οι οποίοι μπροστά στην οικονομική δύναμη της Ευρώπης μοιάζουν με αδύναμα μειράκια. Από όποια σκοπιά και αν την εξετάσει κανείς (γεωπολιτική, οικονομική, πολιτική, κοινωνική, πολιτισμική, τεχνολογική περιβαλλοντική) παρουσιάζει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τους ανταγωνιστές της και κυρίως δεν πρόκειται να διαλυθεί
Επιπροσθέτως οι σύγχρονες απαιτήσεις και οι αναγκαστικές δεσμεύσεις των μεγάλων κρίσεων που πλανώνται πάνω από τον πλανήτη Γή όπως, η κλιματική αλλαγή, η δημογραφική έκρηξη η εξάντληση των φυσικών και ενεργειακών πόρων, η διατροφική κρίση ευνοούν τις ηπειρωτικές συσπειρώσεις των εθνών για να αντιμετωπιστούν τα κρίσιμα παγκόσμια προβλήματα. Οι χώρες των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδίες Κίνα) αποτελούν ήδη το νέο αναπτυσσόμενο κίνημα εθνών με ισχυρές γεωπολιτικές, οικονομικές και διπλωματικές δυνατότητες.
Σε συνθήκες που η πορεία της παγκοσμιοποίησης μορφοποιείται στις νέες παγκόσμιες ανακατατάξεις και τα περισσότερα έθνη του πλανήτη προσαρμόζονται στο νέο περιβάλλον των ηπειρωτικών ολοκληρώσεων, θα είναι τουλάχιστον ανόητο αν όχι εγκληματικό, η Ελλάδα, το «λίκνο της Ευρώπης» όπως την αποκαλούν οι άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί, να εγκαταλείψει το φυσικό της χώρο την Ευρώπη. Δεν βρίσκεται επομένως εκεί ενταγμένη, για να αποφύγει την επίλυση κρίσιμων εσωτερικών προβλημάτων, κοινωνικής οργάνωσης και οικονομικής ανάπτυξης που την ταλανίζουν επί δεκαετίες κυρίως, από την ανικανότητα που επέδειξε το πολιτικό προσωπικό της.Άλλωστε μετά την μεταπολίτευση ο ίδιος ο λαός της ανέδειξε ως κυρίαρχο το συγκεκριμένο πολιτικό προσωπικό. Η επιλογή της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν υπαγορεύεται μόνο από την αριστερή θεωρητική άποψη, της αναζήτησης του αποτελεσματικότερου και ευνοϊκότερου δρόμου μετάβασης προς το σοσιαλισμό από ευρύτερο σύστημα χωρών με δημοκρατία και ελευθερία, Η ένταξη στην Ε.Ε και στην Ευρωζώνη, παραμένει όραμα και συνειδητή επιθυμία της πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού και των περισσότερων ευρωπαϊκών λαών από την Ισλανδία μέχρι την Αλβανία
 
Το €, κοινό νόμισμα των κρατών-μελών της ευρωζώνης, αποτελεί το πρώτο πείραμα στην ιστορία των νομισμάτων που ανέτρεψε την πρακτική δύο αιώνων σχετικά με τη λειτουργία και το ρόλο του. Η εισαγωγή του συνοδεύτηκε με σειρά δομικών στρεβλώσεων. Παράδειγμα η καταστατική απαγόρευση του εκδότη του, δηλαδή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), να αγοράζει ομολογιακούς τίτλους μόνο από τα πιστωληπτικά αξιόπιστα επί μέρους εθνικά τραπεζικά συστήματα και όχι άμεσα τους κρατικούς τίτλους που εκδίδουν τα ίδια τα κράτη-μέλη, που το καθιέρωσαν. Ο κανόνας αυτός επιβλήθηκε για να προστατέψει δήθεν τα «ενάρετα» κράτη-μέλη, από το να πληρώνουν μέσω της ΕΚΤ, τα ελλείμματα και τα υπερβολικά χρέη που εμφανίζουν τα «ένοχα», σπάταλα  και υπερχρεωμένα κράτη(βλ. Ελλάδα κ.α χώρες του Νότου). Τα δάνεια όμως για τυχόν ανακεφαλαιοποίηση εθνικών τραπεζών προτίθενται στο αντίστοιχο εθνικό δημόσιο χρέος. Όσο τηρείται αυτός ο κανόνας-ζουρλομανδίας, τα κράτη μέλη αναγκάζονται, κάτω από την πίεση της κρίσης χρέους, να διαχειριστούν τα ελλείμματα τους και τα χρέη τους μόνο με εσωτερική υποτίμηση ή φορολογικά μέτρα και όχι με νομισματικές διακυμάνσεις. Η νομισματική «φιλοσοφία» που ενέπνευσε τη συνθήκη του Μάαστριχτ δεν επιτρέπει, ακόμα και στην περίπτωση ύπαρξης μιας υποτιθέμενης ομοσπονδιακής κυβέρνησης, να παρεμβαίνει και να αλλοιώνει την ανεξάρτητη και αντιπληθωριστική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(ΕΚΤ).Η σημερινή κατάσταση της κρίσης χρέους που επιμένει πεισματικά, παρά τις πολυδιαφημισμένες δεκάδες αποφάσεις του Συμβουλίου Κορυφής της Ένωσης,ανέδειξε τη μεγάλη αντίφαση μεταξύ των επιταγών, της αλληλεγγύης και της σύγκλισης, του οράματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης από τη μία και της χρηματοπιστωτικής κυριαρχίας στις δομές και τους μηχανισμούς της Ε.Ε, από την άλλη, που εξαναγκάζει  αδύναμες και ελλειμματικές χώρες, για να παραμείνουν μέλη της ευρωζώνης, σε συνθήκες ανισόρροπης ανάπτυξης και έντονου ανταγωνισμού ,να καταβάλλουν βαρύτατο δημοσιονομικό τίμημα. Αν δεν αλλάξει ριζικά η παραλυτική αυτή «φιλοσοφία», η πορεία της Ε.Ε θα κυριαρχείται από απρόθυμα ημίμετρα, που θα προτείνονται από σύνοδο σε σύνοδο κορυφής, θα τρέχουν πίσω από τις αγορές και δεν θα πείθουν κανένα, γιατί στερούνται αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι δυνάμεις με ακόμα πιο υπερβολικά χρέη από την ευρωζώνη (Ιαπωνία, ΗΠΑ,  Ηνωμένο Βασίλειο), δεν ενοχλούνται από την κερδοσκοπική μανία των αγορών. Επομένως η δύσβατη και αντιφατική πορεία της Ε.Ε θα συνεχιστεί με ενδεχόμενα επί μέρους θύματα τους λαούς στον ευρωπαϊκό Νότο, αρχής γενομένης από την Ελλάδα, που δεν θα αντέξουν τις νεοφιλελεύθερες και εν πολλοίς αποσπασματικές και αδιέξοδες ρυθμίσεις. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, από τα 27 κράτη της Ε.Ε οι 24 κυβερνήσεις είναι σήμερα εκφραστές γνήσιων νεοφιλελεύθερων επιδιώξεων. Επομένως η πορεία της Ε.Ε  δεν είναι υπόθεση των ανάλγητων και αδίστακτων ηγετών της (Μέρκελ, Ολάντ, Μπαρόζο κ.α), είναι υπόθεση που επιβάλλει αλλαγές στην ευρωπαϊκή πολιτική, άρα και ανατροπή των συσχετισμών των πολιτικών δυνάμεων
Το δικό μας μακροπρόθεσμο όραμα του σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο στην Ευρώπη  οφείλει να συμβαδίζει με το στόχο της ανάδειξης της Ανανεωτικής Ριζοσπαστικής και Οικολογικής Αριστεράς που σήμερα είναι πολιτικά και προγραμματικά καχεκτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε δύναμη καταλυτικής παρέμβασης για τη ριζική αλλαγή της πορείας της Ε.Ε Για την επιτυχία αυτών των στόχων χρειάζονται πρωτοβουλίες μεγάλης εμβέλειας και ικανού ορίζοντα, από το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς(ΚΕΑ) που στις παρούσες συνθήκες της πολιτικής και κοινωνικής κινητικότητας, υπερβαίνει τα όρια της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Να επεξεργαστεί και να προωθήσει μια εναλλακτική ριζοσπαστική πολιτική πρόταση Αριστερής διακυβέρνησης της Ε.Ε και να αναδείξει ένα αριστερό όραμα προς την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της Ευρώπης. Έτσι ό ρόλος του μπορεί να αναδεχτεί σε καταλύτη πολιτικών ανατροπών και  εξελίξεων προς όφελος των ευρωπαϊκών λαών Είναι σαφές ότι για την Ευρωπαϊκή Αριστερά παραμένει πάντα επίκαιρο το όραμα του  σοσιαλισμού με δημοκρατία, ελευθερία και ανθρώπινο πρόσωπο, σε σύγκρουση με το αποκρουστικό πρότυπο του σημερινού αντιδημοκρατικού και χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Είναι η μόνη οραματική επιλογή που αν υιοθετηθεί από όλες τις δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς μπορεί να κρατήσει ανοιχτό το δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό μέσα από την πρωτόγνωρη, ενδιαφέρουσα αλλά και δύσβατη πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτός είναι ο πιο σπουδαίος λόγος που οι σημερινοί ριζοσπάστες αριστεροί της Ευρώπης, με ηγετική δύναμη το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, υποστηρίζουν την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και την καθολική επανίδρυση της Ένωσης των λαών και των πολιτών και όχι των τραπεζιτών. Οι πρόσκαιρες θεσμικές και οικονομικές επιδιορθώσεις ή οι ανόητες και σεχταριστικές πολιτικές σκοπιμότητες του εθνοαπομονωτισμού, που επανήλθαν ως προτάσεις διεξόδου στο πολιτικό προσκήνιο είναι όλες αδιέξοδοι, και εξωπραγματικές
 
Η χρηματοοικονομική κρίση
Η κατάρρευση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος του 2007, απείλησε την παγκόσμια οικονομία και προκάλεσε ισχυρούς κραδασμούς σε πολλές περιοχές του κόσμου, που ακόμη και σήμερα τρία χρόνια μετά, πασχίζουν να αντιμετωπίσουν τη στασιμότητα και να προλάβουν την εξέλιξη μιας σοβαρότερης καταστρεπτικής οικονομικής κρίσης. Η πολιτική της «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον» ήταν η περιώνυμη οικονομική πολιτική του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζα τη δεκαετία του 1990, με την οποία θα αναμορφωνόταν αρχικά η Λατινική Αμερική και κατόπιν ο κόσμος ολόκληρος». Η καταστρεπτική αυτή πολιτική που προκάλεσε παγκοσμίως «Σοκ και Δέος» βρήκε δυστυχώς ευρύ συνασπισμό προθύμων και στην Ευρώπη Η κρίση έπληξε με ένταση τις ΗΠΑ και μέσω του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος εξαπλώθηκε στην Ευρωζώνη, προκαλώντας μια πρωτοφανή για τα ευρωπαϊκά χρονικά κρίση χρέους, που λόγω εσφαλμένης αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ  προκάλεσε κρίση του Ευρώ και έπληξε με σφοδρότητα τις δημοσιονομικά ευπαθείς χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα κλυδωνίστηκε επικίνδυνα από τα ίδια τα τοξικά προϊόντα του. Τα περισσότερα αναπτυγμένα κράτη και ιδιαιτέρως τα υπερχρεωμένα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου της Ευρωζώνης κάτω από τον κίνδυνο κατάρρευσης των τραπεζικών συστημάτων τους, χρεώθηκαν ακόμη περισσότερο για να προστατευτούν από το επικίνδυνο ντόμινο κατάρρευσης. Οδηγήθηκαν σε μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και σε αυξημένα χρέη τα οποία, σε οικονομίες που συρρικνώνονται αποτελούν συνταγή καταστροφής. Η κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» που προώθησαν με ανεξέλεγκτο τρόπο   τα τραπεζικά  συστήματα ανά τον κόσμο, με τα επικίνδυνα παράγωγα προϊόντα τους  όχι μόνο δεν έφερε ευημερία και ανάπτυξη, αντίθετα ζημίωσε πολλαπλώς τα κράτη. Αυτό ακριβώς το σενάριο λειτούργησε στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και σε υπερθετικό βαθμό στην Ελλάδα, που χαρακτηρίστηκε για αυτό «Ειδική περίπτωση» αφού ήταν υπερχρεωμένη πριν από την χρηματοπιστωτική κρίση. Οι ακραίες αυτές συνθήκες  δημιούργησαν  σοβαρές ανησυχίες και βαρύτατες αδικίες σε βάρος των αδύναμων κοινωνικών κατηγοριών και στρωμάτων των κοινωνιών του Ευρωπαϊκού Νότου, που εγκλωβίστηκαν στη δίνη της κρίσης. Το ιστορικά διαμορφωμένο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο πλήγηκε ανεπανόρθωτα Τα αδύνατα μέρη των κοινωνιών, που δεν ανήκουν στους κερδισμένους από την κρίση ή τους ωφελημένους από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα,  κλήθηκαν με κοινωνικά ανάλγητες πολιτικές λιτότητας, ανεργίας και δημοσιονομικής πειθαρχίας, να πληρώσουν το λογαριασμό της προκληθείσης διαταραχής της λειτουργίας και της κερδοσκοπικής δραστηριότητας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος Αντίθετα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δέχτηκαν άμεσα κρατικές ενισχύσεις έξω και πέραν του ισχύοντος νεοφιλελεύθερου υποδείγματος για να αποφύγουν τον κίνδυνο χρεοκοπίας τους αλλά και για να καλυφτούν τα στρώματα υψηλών εισοδημάτων που θα θίγονταν από την κρίση
 
Μετανάστες τα πρώτα θύματα της κρίσης
Οι οικονομικοί μετανάστες ή πρόσφυγες αποτελούν τα πρώτα θύματα της «Ευρώπης Φρούριο» που οικοδομείται με την πολιτική «Δουβλίνο ΙΙ». Η «λαθρομετανάστευση» ανάγεται σε πρόβλημα μεγαλύτερο από την ίδια την κρίση, σ’ αυτήν αποδίδονται όλα τα δεινά και για αυτό εντείνεται η καταστολή σε βάρος των μεταναστών και των προσφύγων. Το ζήτημα αυτό που είναι κατ’ εξοχήν διεθνές οφείλει η Ε.Ε να το αντιμετωπίσει ως τέτοιο. Ο Ελληνικός λαός γνωρίζει το αποκρουστικό και κοινωνικά ανάλγητο αυτό φαινόμενο διότι το έζησε σε βάθος στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον εμφύλιο και το συναντάει ξανά μπροστά του σήμερα, μέσω του κύματος της νέας μετανάστευσης που προκαλούν τα μνημόνια Η χώρα μας βρίσκεται λόγω γεωγραφικής θέσης στο επίκεντρο των μεγάλων μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων που συνεχίζονται αμείωτα λόγω της βαρβαρότητας που επικρατεί στις εμπόλεμες ζώνες στο χώρο της Μέσης ανατολής και αλλού, πολύ πλησίον του ζωτικού οικονομικού χώρου της Ευρώπης. Απαιτείται η ριζική αναθεώρηση της συμφωνίας «Δουβλίνο ΙΙ» που εγκλωβίζει στη χώρα μας μετανάστες ή πρόσφυγες, που χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως ορμητήριο για τη μετάβαση προς τις αναπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. Απαιτείται παραπέρα ο εξανθρωπισμός του θεσμικού πλαισίου νομιμοποίησης, παροχής ασύλου και παραχώρησης ταξιδιωτικών εγγράφων στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, δίκαιη αντιμετώπιση όσων εργάζονται και εξάρθρωση των κυκλωμάτων εγκληματικότητας και εκμετάλλευσης, στις κορφές των οποίων κατά κανόνα δεν βρίσκονται μετανάστες ή πρόσφυγες, ούτε οι ίδιοι  διαχειρίζονται τα κυκλώματα. Απαιτούνται προωθημένοι Ευρωπαϊκοί και Εθνικοί φορείς με δημοκρατικά εκπαιδευμένο προσωπικό που θα αναλάβει να διαχειριστεί υπεύθυνα το μεταναστευτικό πρόβλημα σε όλες τις διαστάσεις του, την έκταση του, και το σύνθετο χαρακτήρα του
Η Ε.Ε. οφείλει να απομακρυνθεί από την λογική του ευρωατλαντισμού που αποτελεί για πολλά χρόνια ακρογωνιαίο λίθο της ασκούμενης εξωτερικής πολιτικής των περισσοτέρων κρατών μελών της. Οφείλει να επεξεργαστεί και να προωθήσει ένα νέο πολυδιάστατο πλαισίο διεθνών σχέσεων. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι η διάλυση του ΝΑΤΟ και η δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού συμφώνου συνεργασίας και ειρήνης με την συμμετοχή και της Ρωσίας Η Ρωσία αποτελεί μέρος της ευρύτερης οικονομικής ευρωπαϊκής ζώνης της Ε.Ε και σημαντικό παραγωγό ορυκτών καυσίμων που η Ευρώπη χρειάζεται, αφού είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ορυκτών καυσίμων, ώστε να καλύψει τις ενεργειακές της ανάγκες Οι σχέσεις της με την Ρωσία πρέπει να διέπονται από τις αρχές της ισότιμης συνεργασίας και της καλής γειτονίας και να μην επηρεάζονται από την ανταγωνιστική πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία. Για την Ευρώπη η Ρωσία είναι ένας σοβαρός και σημαντικός σύμμαχος και οι σχέσεις της με αυτήν πρέπει να είναι ειλικρινείς και εποικοδομητικές. Στο βαθμό που η Ρωσία ανταποκρίνεται σε αυτή την πολιτική μπορεί να ανοίξει δρόμος κοινών προσπαθειών για την ανάπτυξη, την ενέργεια και την κοινή προσπάθεια ευημερίας. Για την επικράτηση της ειρήνης και τον περιορισμό των περιφερειακών συγκρούσεων. Δεν πρέπει να διαφεύγει το γεγονός ότι η Ρωσία είναι μια μεγάλη χώρα με σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, ισχυρή στρατιωτική ισχύ, σημαντική διπλωματική βαρύτητα. Η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει κάθε σκέψη για δημιουργία εκστρατευτικών σωμάτων ταχείας επέμβασης μακριά από τα σύνορά της Κεντρική πολιτική της πρέπει να είναι η μείωση των εξοπλισμών και η κατάργηση όλων των βάσεων που απειλούν την ειρήνη στην περιοχή καθώς και η μετατροπή μονάδων της πολεμικής βιομηχανίας σε βιομηχανίες για την ειρήνη και για την προστασία του περιβάλλοντος στο πλαίσιο αλλαγής του συνολικού παραγωγικού μοντέλου της Ένωσης Αυτή η κεντρική επιλογή ειρήνης και συνεργασίας πρέπει να παίρνει υπ' όψη της το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε περίοδο όπου δρομολογούνται ανακατατάξεις στην παγκόσμια ισορροπία, οι οποίες δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να μετατραπούν σε οδύνες για τους λαούς της γης.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να ξεχνάει ότι η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει τρία  μεγάλα πλανητικά προβλήματα, την παγκόσμια φτώχεια την κλιματική αλλαγή και τη δημογραφική έκρηξη. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη για την αντιμετώπιση αυτών των οικουμενικών προβλημάτων πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα κάθε πολιτικής δράσης Στον κόσμο δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη όταν η πλειοψηφία του πληθυσμού της γης ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας χωρίς δικαιώματα και κινδυνεύει από τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη και της ανύψωσης της στάθμης των υδάτων των θαλασσών. Δεν μπορεί να υπάρξει ομαλή εξέλιξη για την ανθρωπότητα όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με την φύση. Δεν μπορεί να υπάρξει ανθρωπότητα σε ένα πλανήτη 11 δισεκατομμυρίων ψυχών εντός του 21ου αιώνα, αν δεν υπάρξουν σοβαρά μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας και ανάπτυξης της παγκόσμιας διατροφικής βάσης. Δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινη ύπαρξη αν ο πλανήτης δεν μπορεί να αναπληρώσει τους φυσικούς και ενεργειακούς πόρους του και να διατηρήσει ζωτικά οικοσυστήματα του Στο πλαίσιο αυτών των αντιλήψεων οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Τα οποία δεν αποτελούν φυσικό φαινόμενο, αλλά είναι αποτέλεσμα της υπερεκμετάλλευσης που υφίστανται περιοχές του πλανήτη από τον επεκτατισμό των πολυεθνικών, από τις στρατιωτικές επιδρομές και από τα αυταρχικά καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν προκειμένου να εδραιωθεί η παγκόσμια ηγεμονία του ευρωατλαντισμού υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και η νεοφιλελεύθερη πολιτική της ληστρικής των παγόσμιων φυσικών και ενεργειακών πόρων Η Ευρώπη συναισθανόμενη τις ευθύνες της έναντι των λαών που προέρχονται από αυτές τις περιοχές δεν οφείλει απλά μια παγκόσμια συγνώμη, αλλά οφείλει να συμβάλλει στην δημιουργία μιας παγκόσμιας δημοσιονομικής αναδιανεμητικής πολιτικής προς όφελος τους. Να βοηθήσει τους λαούς ώστε μόνοι τους να δημιουργήσουν θεσμούς δημοκρατίας και διαφάνειας που θα αντικαταστήσουν τα αντιδημοκρατικά και αυταρχικά καθεστώτα στις περιοχές αυτές. Ταυτόχρονα να εγκαταλείψει τις πολιτικές που την μετατρέπουν σε φρούριο Το κριτήριο της διαφάνειας της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων και δημοκρατικών δικαιωμάτων πρέπει να αποτελεί απαράβατο όρο τόσο στην ανάπτυξη της συνεργασίας όσο και στην πολιτική για την μελλοντική διεύρυνση της Ε.Ε. με νέες χώρες
Η Ευρώπη πρέπει να σεβαστεί τα ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία των Αραβικών λαών και να αποφύγει την εξαγωγή προτύπων και αναγκαστικών επιλογών,προς τις Αραβικές χώρες στις περιοχές της «Αραβικής άνοιξης». Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση των συγκρούσεων που διαδραματίζονται εκεί μεταξύ των δημοκρατικών και ριζοσπαστικών αραβικών δυνάμεων και των ισλαμιστών, πρέπει να συμβάλλει ενεργά στην κατάπαυση των εχθροπραξιών και των αιματηρών συγκρούσεων, στη διασφάλιση της ειρήνης και στην καθιέρωση μιας νέας φιλειρηνικής κουλτούρας στην περιοχή, για την επίλυση των διαφορών με ειρηνικά μέσα. Κουλτούρα που σήμερα δυστυχώς δεν ευδοκιμεί στις περιοχές αυτές. Οι 60.000 νεκροί των συγκρούσεων στη Συρία, συγκλονίζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Η παρούσα κρίση έχει βάλει σε δοκιμασία και την διαδικασία διεύρυνσης της Ε.Ε. Η συμμαχία συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατών στην ηγεσία της Ε.Ε. αντιμετωπίζει την διεύρυνση ως ευκαιρία για το άνοιγμα των αγορών και ως ιμάντα για να μετακυλύει τις συνέπειες της κρίσης προς τις νέες χώρες Όμως η είσοδος νέων χωρών μπορεί να προχωράει μόνο εφ' όσον ενισχύονται τα απαραίτητα εργαλεία δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν μπορεί το κόστος της διεύρυνσης να καλύπτεται από τις περικοπές του προϋπολογισμού και των προγραμμάτων που προορίζονται για την ανάπτυξη χωρών και περιοχών της Ευρώπης που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση Πορεία διεξόδου Οι εξελίξεις αυτές συνθέτουν ένα τεράστιο σκάνδαλο που δεν έχει να κάνει μόνο με τις αστοχίες και την ασύδοτη λειτουργία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος που προκάλεσε την κρίση, αλλά με τις ασκούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόστηκαν με αφορμή την κρίση. Οι πολιτικοί που τις διαχειρίστηκαν οι περισσότεροι των οποίων ανήκουν σε συντηρητικά κόμματα, ενέδωσαν  με προκλητικό τρόπο στις πιέσεις των αγορών και φόρτωσαν τα βάρη της κρίσης στους λαούς και ιδιαίτερα στις πιο αδύναμες κοινωνικές κατηγορίες. Έχουν για αυτό τεράστιες ευθύνες
Η εικόνα σε όλες σχεδόν τις πολιτείες των ΗΠΑ το 2008 ήταν η ίδια. Εικόνα ερήμωσης, και μελαγχολίας, εγκαταλελειμμένα σπίτια με αναρτημένες πινακίδες κατάσχεσης στην πρόσοψή τους. Όμως στις ΗΠΑ οι δικαιολογημένες φοβίες για την κρίση και η οικονομική καταστροφή εκατομμυρίων Αμερικανών, αντισταθμίστηκαν με την εκλογική νίκη του Μπαράκ Ομπάμα που, ήταν μια από τις επιτυχέστερες πολιτικές αναμετρήσεις, σε μια κρίσιμη περίοδο για τον Αμερικανικό λαό
Στην Ευρώπη παρά τις επικοινωνιακές διακηρύξεις των Ευρωπαϊκών ελίτ και τις 20 και πλέον Συνόδους Κορυφής της Ένωσης, οι αποσπασματικές και ανολοκλήρωτες αποφάσεις τους, που επιχείρησαν να διορθώσουν την ορατή δια γυμνού οφθαλμού εσφαλμένη κατασκευή του νομισματικού χώρου του Ευρώ, δεν αντιμετώπισαν τη κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Επέτυχαν μόνο, με τους μηχανισμούς χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που δημιούργησαν(EFSF, ESM), τις πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας που επέβαλαν κατ’ απαίτηση των αγορών, τη συντήρηση των επιτοκίων δανεισμού των κρατικών ομολόγων των χώρων του Ευρωπαϊκού Νότου σε ένα ανεκτό για τις συνθήκες της κρίσης επίπεδο, και εκδίωξαν προς το απώτερο μέλλον την επίλυση της δομικής αδυναμίας της Ευρωζώνης
Η κρίση χρέους της Ευρωζώνης και η θεσμική κρίση στις περισσότερο πληγείσες χώρες που την ακολούθησε, δεν αντιμετωπίζεται αν δεν υπάρξει μια ολοκληρωμένη συνεργασία στο πολιτικοοικονομικό επίπεδο, μια «οικονομική διακυβέρνηση» της ευρωζώνης η οποία θα συνοδευτεί αντικειμενικά με μια πολιτική ενοποίησης της Ευρώπης. Όμως μετά την κρίση χρέους, η νεοφιλελεύθερη διαχείρισή της από το «γραφειοκρατικό τέρας των Βρυξελών», προκάλεσε ένα πολιτικό σοκ στα ευρύτερα εκλογικά σώματα των λαών της Ευρωζώνης που συνειδητοποίησαν ότι, η κρίση και ο τρόπος διαχείρισής της, πλήττει με σφοδρότητα τα προσωπικά τους συμφέροντα. Οι αντιδράσεις τους ήταν ποικιλόμορφες και προκάλεσαν μια έντονη πολιτική και κοινωνική κινητικότητα, καθώς και ανατροπές στα ισχύοντα πλαίσια πολιτικής λειτουργίας των πληγεισών από την κρίση χωρών (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία). Άνοιξε στην Ε.Ε ζήτημα δημοκρατίας και ασκούμενης οικονομικής πολιτικής
 
Οι επιπτώσεις στην Ελλάδα
την Ελλάδα που μπήκε στο μάτι του κυκλώνα της κρίσης, με δεδομένη τη διπλή και ακραία ελλειμματική δημοσιονομική κατάστασή της (πρωτογενές έλλειμμα και εμπορικό, της τάξης του 15% του ΑΕΠ), με το ήδη διογκωμένο δημόσιο χρέος στο 120% του ΑΕΠ, θεωρήθηκε ειδική περίπτωση οικονομικού ασθενούς που, χρειάζονταν ιδιαίτερη θεραπευτική αγωγή. Αυτή ήταν η αρχική  απλουστευτική «διάγνωση» της Γερμανίας, των Βρυξελών και του ΔΝΤ, που τελικά με λανθασμένη πολιτική και παλινωδίες, μετέτρεψαν μια ασήμαντη, ως προς το οικονομικό μέγεθος της (50 δις €), εθνική δημοσιονομική κρίση, σε κρίση του Ευρώ. Οι συνέπειες στην Ελλάδα είναι πλέον γνωστές. Η χώρα εισήλθε κάτω από τον διαρκή εξαναγκασμό των δανειστών της, στο «θανατηφόρο σπιράλ» της ύφεσης, της εσωτερικής υποτίμησης, της εκρηκτικής ανεργίας, της λιτότητας και του δανεισμού, που αναζωπύρωναν την ύφεση και προκαλούσαν νέες ανάγκες δανεισμού και νέα βύθιση της ύφεσης. Επιχείρησε δηλαδή να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους με νέο χρέος, προκαλώντας οικονομικό αδιέξοδο και ανθρωπιστική κρίση στο εσωτερικό της. Πολιτική που απέρριψαν με καθολικό τρόπο οικονομολόγοι διεθνούς κύρους από όλο τον κόσμο Το ιστορικά διαμορφωμένο δικομματικό σκηνικό κατέρρευσε και στη θέση του αναδείχτηκε μια νέα ετερόκλητη τρικομματική συμμαχία που επιχειρεί να διαχειριστεί την κρίση μέσω της πολιτικής που επιβάλλεται από τους δανειστές της χώρας με την ευλογία και της τρόικα(Ε.Ε. ΕΚΤ, ΔΝΤ) πολιτική που συμπυκνώνεται στο τρίπτυχο εσωτερική υποτίμηση, ιδιωτικοποιήσεις και αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία για την αποπληρωμή του τεράστιου χρέους της στο άγνωστο μέλλον. Παρά τις δύο αναδιαρθρώσεις του χρέους, με τη διαγραφή του 50% με PSI και διαγραφή ενός επί πλέον μέρους του(40 δις €), με εξαγορά ομολόγων και νέο δανεισμό, το χρέος θα κυμανθεί το 2022 στο 110% του ΑΕΠ, εφόσον τηρηθούν αυστηρά οι μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας προς τους δανειστές της και εφαρμοστούν οι τυχόν διορθωτικές πολιτικές λιτότητας και νέας συμπληρωματικής δημοσιονομικής προσαρμογής, που θα επιβάλλονται με αυτόματους διορθωτικούς μηχανισμούς, μέχρι το 2016(τέλος του προγράμματος), όταν σημειώνονται αποκλίσεις από αυτό Είναι προφανές ότι οι ευρωπαϊκοί διαχειριστές της κρίσης (Γερμανία, Βρυξέλλες, ΔΝΤ) έδειξαν αρχικά εγκληματική αδιαφορία στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους. Αγνόησαν ακόμα και τα λανθασμένα δόγματα της κατασκευής του ενιαίου νομίσματος, υποτίμησαν την αντίδραση των πλεονασματικών χωρών του Ευρωπαϊκού Βορρά που αποδέχονταν ασυγκίνητα την αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα στις χώρες του Νότου και επέβαλαν ως διέξοδο τη δημοσιονομική εξυγίανση, τη λιτότητα και τις ιδιωτικοποιήσεις, αδιαφορώντας για τα εσωτερικά οικονομικά προβλήματα των αναγκαστικά ελλειμματικών εταίρων τους Ευνόησαν τελικά με τη στάση τους την κυριαρχία των επενδυτικών και κερδοσκοπικών συμφερόντων των αγορών. Η εμμονή τους στην εφαρμογή του εταιρικού δικαίου της Ένωσης, με βάση το οποίο κάθε κράτος-μέλος οφείλει να διαχειρίζεται με τα δικά του μέτρα και μέσα την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική του, μπλόκαρε την κοινή δράση της Ένωσης, η οποία θα μπορούσε να έχει στηρίξει εγκαίρως την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νότου στη συνέχεια, έναντι των κερδοσκοπικών κινήσεων που στόχευαν στη χρεοκοπία τους. Προκλήθηκαν έτσι εγκληματικές καθυστερήσεις, αδιαφορία και αποσπασματικά μέτρα των Συνόδων Κορυφής που ανατροφοδοτούσαν την κρίση και προκαλούσαν παροξυσμό στις αγορές, οι οποίες όξυναν με τη σειρά τους τις πιέσεις προκειμένου να προωθήσουν τα κερδοσκοπικά τους παιχνίδια
Το κινδυνολογικού χαρακτήρα ερώτημα που συνδέει τη διέξοδο από την κρίση και την αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης, με την ανατροπή του καπιταλισμού, το απομυθοποίησε η ίδια η χρηματοοικονομική κρίση. Η πρόκληση της ανάπτυξης, σε συνθήκες κρίσης,είναι εξίσου απαραίτητη για μια καπιταλιστική οικονομία αλλά και για μια ριζική στροφή ακόμη και ανατροπή των ισχυουσών συμβατικών καπιταλιστικών δομών, προς ένα διαφορετικό σύστημα οικονομικής διαχείρισης, με επιβολή νέων κοινωνικών και οικολογικών ορίων. Η σχέση μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε συνθήκες πολύμορφης κρίσης (οικονομικής, οικολογικής, κοινωνικής, πολιτισμικής) μετατοπίζεται από την αμετακίνητη και υπερβολική πόλωση, με βάση το δίλλημα ιδιωτικό ίσον καπιταλισμός και δημόσιο ίσον σοσιαλισμός. Κραυγαλέο παράδειγμα οι παρεμβάσεις των κατ’ εξοχή νεοφιλελεύθερων ελίτ του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ που εθνικοποίησαν τα τραπεζικά τους συστήματα για να αποφύγουν την κατάρρευσή τους. Γεγονός που θάφτηκε για ευνόητους λόγους από τα συστημικά μέσα επικοινωνίας Το ενδιαφέρον σήμερα στρέφεται προς ένα νέο παραγωγικό μοντέλο ήπιας και οριζόντιας κατανεμημένης βιώσιμης ανάπτυξης, με ατμομηχανή το δημόσιο τομέα της οικονομίας όχι για λόγους ενός ιδιόμορφου κρατισμού, αλλά διότι ο Δημόσιος τομέας, μπορεί να προωθήσει καστοβαρείς επενδύσεις στον κοινωνικό και οικολογικό τομέα, εκεί δηλαδή που δεν ενδιαφέρεται ο ιδιωτικός, χωρίς αυτό να αποκλείει τον ιδιωτικό, για να ανατρέψει το αδιέξοδο νεοφιλελεύθερο, ιεραρχικά δομημένο και συγκεντρωτικό παραγωγικό μοντέλο μεγέθυνσης το οποίο  αποδείχτηκε αδιέξοδο και ανίκανο να αντιμετωπίσει την κρίση
Το μοντέλο της κλασικής νεοφιλελεύθερης μεγέθυνσης έδειξε καθαρά στην παρούσα φάση της κρίσης τα όριά του, αφού ο άνθρωπος και το περιβάλλον όχι μόνο έμειναν εκτός από τους στόχους του, αλλά πλήγηκαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Το υπαρκτό σύστημα του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού, ενδιαφέρεται μόνο για τον ανταγωνισμό και την ελευθέρωση των αγορών, ανεξάρτητα του ανθρώπινου και οικολογικού κόστους που προκαλεί. Όμως οι συντελούμενες κοσμογονικές εξελίξεις σε γεωπολιτικό, οικονομικό, οικολογικό, ενεργειακό και δημογραφικό επίπεδο, που διαδραματίζονται στις μέρες μας επιβάλλουν την αναζήτηση ενός νέου εναλλακτικού υποδείγματος βιώσιμης και ανθρωποκεντρικής ανάπτυξης Αυτή την προοπτική οφείλουν να αναζητήσουν οι λαοί της Ευρώπης δίπλα στο όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Προοπτική που είναι ριζικά αντίθετη από την επαναφορά στο πολιτικό προσκήνιο συντηρητικών, αναχρονιστικών και δογματικών αναζητήσεων που βασίζονται σε εθνικές αναδιπλώσεις
Είναι πλέον κοινό μυστικό ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βρίσκεται σε αδιέξοδο. Δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη διόρθωση της λειτουργίας και των δομών της Ε.Ε. Επί τέλους μετά από τρία χρόνια, έγιναν αντιληπτά τα μεγάλα προβλήματα  που αντιμετωπίζουν  η Ε.Ε και η Ελλάδα. Για αυτό απαιτούνται:
√ Νέο ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο επικυρωμένο από τους λαούς της Ευρώπης για τη θεσμική εδραίωση της Δημοκρατίας, τη νομιμοποίηση των θεσμικών Οργάνων κορυφής και την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.
√ Ισχυρότερη  συμμετοχή και εκπροσώπηση των λαών και των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών της Ε.Ε.
√ Ενίσχυση του εκλεγμένου από τους ευρωπαίους πολίτες και συγκροτημένου με ευρωπαϊκά κόμματα Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως «κυβερνώσα δύναμη», με πλήρη κυριαρχία στην άσκηση του νομοθετικού έργου, έλεγχο και έγκριση των πεπραγμένων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
√ Θεσμική νομιμοποίηση με καθολική ευρωπαϊκή ψήφο των διοικητικών οργάνων της Ένωσης (Επιτροπή, με έγκριση του Κοινοβουλίου, Πρόεδρος του Συμβουλίου και Πρόεδρος της ΕΚΤ, με καθολική ψήφο).
√ Επίλυση του σημαντικού πολιτικού ζητήματος, δηλαδή του κατασκευαστικού σφάλματος της νομισματικής ένωσης που οι λαοί της Ευρώπης το αντιλήφθηκαν μετά την κερδοσκοπική επίθεση των αγορών στα προσωπικά τους οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα.
√ Οικονομική Ένωση δίπλα στη Νομισματική. Ισχυρός προϋπολογισμός της Ε.Ε της τάξης του 25% του κοινοτικού ΑΕΠ
√ Κοινωνική σύγκλιση και συμμετοχή των λαών δίπλα στην εταιρική συμφωνία Κρατών
 
Η Ελλάδα για να κρατηθεί στην Ε.Ε και να συντηρηθεί αυτόνομα στο υπάρχον καπιταλιστικό σύστημα, οφείλει:
Να επιλύσει τα προβλήματα της οικονομία της που έχει παραμείνει σε προκαπιταλιστική μορφή με τον ωκεανό των μικρομάγαζων που σήμερα καταρρέει.
Να αντιμετωπίσει το χάσμα ανάπτυξης, του ελλείμματος παραγωγικής διάρθρωσης και του δημοσιονομικού αδιεξόδου με τον εκσυγχρονισμό του διοικητικού και φορολογικού τομέα που την διαχωρίζουν από τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Να ρυθμίσει σταδιακά το σπάταλο και αδιέξοδο πρότυπο καταναλωτικής ευημερίας σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας των αναγκών που πρεσβεύει και να επιτύχει την εδραίωση κράτους δικαίου, διαφάνειας και δημοκρατικής νομιμότητας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να καταλάβει τη θέση του πολιτικού κενού που άφησαν τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα αφού αφουγκράστηκε και αξιοποίησε θετικά τη δυναμική της ελληνικής κοινωνίας μετά το ξέσπασμα της οικονομικής και κοινωνικής θύελλας που έπληξε τη χώρα μας και άνοιξε το δρόμο για την αλλαγή στην Ελλάδα.
 ΣΥΡΙΖΑ που καταλαμβάνει με άνεση το δομικό ρήγμα που επέφερε η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και η συρρίκνωση της Ν.Δ, να λειτουργήσει πλέον ως καταλύτης των εξελίξεων για την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού στη χώρα μας με πολιτικά και ειρηνικά μέσα. Εγχείρημα αριστερό πρωτότυπο και ελπιδοφόρο. Τα ζητήματα που διανοίγονται μπροστά μας είναι δύσκολα και σοβαρά. Οι παλιές πολιτικές κάστες μαζί με τα στηρίγματά τους στα συστημικά Μέσα Ενημέρωσης και τις εκκολαπτόμενες φασιστικές παραφυάδες αισθάνονται αποκλεισμό και απειλή και για αυτό γίνονται επικίνδυνες.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι βέβαιο ότι θα πρωταγωνιστήσει στο διαμορφούμενο νέο πολιτικό σκηνικό, μένει όμως να αποσαφηνιστεί το πολιτικό περιβάλλον που θα δημιουργηθεί μετά τις επόμενες εκλογές όποτε αυτές γίνουν. Να κατακτήσει την κυβερνητική εξουσία με βάση ένα ολοκληρωμένο και κοινωνικά αποδεκτό κυβερνητικό πρόγραμμα που θα διαμορφωθεί τελικά και με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και των εκπροσώπων της. Τότε φυσικά θα αναλάβει προφανώς και το βάρος για τις σκληρές και αβέβαιες, ως προς την έκβασή τους, διαπραγματεύσεις με την πολιτική ελίτ της Ευρωζώνης που δεν ενδιαφέρεται τόσο για το οικονομικό κόστος διάσωσης της χώρας μας, αλλά στο πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ διαβλέπει έναν επικίνδυνο αριστερό πολιτικό ιό που μπορεί να μολύνει τη συντηρητική, και νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης  πολιτική πραγματικότητα της Ευρώπης. Για αυτό απειλεί εκβιάζει και υποστηρίζεται ανοικτά το τρικομματικό μόρφωμα διαχείρισης της κρίσης με τους δικούς της όρους. Επιχειρεί να διαρρήξει το ριζοσπαστικό κέλυφος του ΣΥΡΙΖΑ, να τον αποδυναμώσουν και να τον ενσωματώσει στη μελλοντική μνημονιακή διαχείριση. Στον πολύ δύσκολο και ανηφορικό αυτό δρόμο μένει να συνεκτιμήσουμε πολύ σοβαρά , τις δυνατότητες και τις αντοχές των προοδευτικών πολιτών της Ελληνικής κοινωνίας που στηρίζουν το ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτός ο εναλλακτικός αλλά και βασανιστικός δρόμος, είναι ο δικός μας δρόμος, που όπως δείχνουν οι εξελίξεις βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Όμως η ένταση μεταξύ σημερινού καθεστώτος και των κάθε μορφής συστημάτων του με τη δημοκρατία, εξακολουθεί να αποτελεί επίκαιρο πρόβλημα προς επίλυση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, αφού αγορές και πολιτική βασίζονται σε ριζικά αντίθετες αρχές.
Τώρα απομένει να απορριφθεί από τους ευρωπαϊκούς λαούς η λανθασμένη άποψη για το «οικονομικό σύνταγμα» που προωθούσαν μέχρι σήμερα οι αγορές και οι νεοφιλελεύθεροι υποστηριχτές τους. Μια Ομοσπονδιακή, συνταγματικά κατοχυρωμένη Δημοκρατία της Ευρώπης, είναι προτιμότερη από τα επαίσχυντα νεοφιλελεύθερα οικονομικά προτάγματα κάθε είδους και κάθε μορφής. Σε αυτό το στόχο πρέπει να συγκλίνουν όλες οι αριστερές και προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις της Ευρώπης.
Το όραμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για μια Ευρώπη Σοσιαλιστική με Δημοκρατία και Ελευθερία θα προωθηθεί όταν κριθεί η σύγκρουση μεταξύ Δημοκρατίας και καζινο- καπιταλισμού που κυριαρχεί σήμερα. Οι νέες μεγάλες προκλήσεις Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης η Ευρωπαϊκή Ένωση, ένας οικονομικός χώρος με μέγεθος ηπείρου, με μεγάλο πληθυσμό και τεράστιο ζωτικό χώρο γύρω του, δημιουργήθηκε κατ’ αρχή με μια κοινή αγορά και στη συνέχεια με ένα κοινό νόμισμα, χωρίς να καθοριστούν οι αρμοδιότητες με τις οποίες θα μπορούσαν να συντονιστούν αποτελεσματικά οι οικονομικές πολιτικές των κρατών–μελών του αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις. Η ήδη αποτυχημένη λειτουργία της τήρησης απλών κανόνων όπως, της σταθεροποίησης των κρατικών προϋπολογισμών, του έλεγχου  των ευρωπαϊκών τραπεζών και της επαναφοράς ισχνών πολιτικών ανάπτυξης, δεν αποτελούν διέξοδο, δεν είναι ικανοί να κλείσουν το χάσμα ανάπτυξης μεταξύ των κρατών–μελών της Ένωσης.
Δεν διευκολύνουν την Ευρώπη να αντιμετωπίσει τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τον πλανήτη τον 21ο αιώνα. Όπως, την κλιματική αλλαγή που μετά την αποτυχία της Διεθνούς Διάσκεψης της Ντόχα, επανέρχεται με νέα ένταση στο διεθνές προσκήνιο, τους παγκόσμιους κινδύνους από τις διαφαινόμενες νέες κρίσεις, όπως την ενεργειακή, την διατροφική, την δημογραφική, την περιβαλλοντική, την ανάγκη ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών και την καθιέρωση μιας νέας αρχιτεκτονικής δομής του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος με πρώτο μέτρο την καθιέρωση του φόρου Tobin, στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές συναλλαγές, την απαρέγκλιτη εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταστρατηγούνται προκλητικά, την ανέλιξη της Δημοκρατίας που βρίσκεται στο στόχαστρο των ποιο αντιδραστικών δυνάμεων του χρηματοοικονομικού κατεστημένου.
Το στοίχημα δεν είναι μόνο ενδοευρωπαϊκό. Εάν οι χώρες του Ευρώ δεν αποκτήσουν παγκόσμιο πολιτικό βάρος που θα τους επιτρέψει να ασκήσουν μια εύλογη επιρροή στην πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και στην προστασία του πλανήτη, θα καταστήσουν την Ευρώπη υποτακτικό του «θείου Σαμ» και  των χρηματοπιστωτικών αγορών της Wall Street και του City, σε μια επικίνδυνη και χαοτική περίοδο στην πορεία της ανθρωπότητας και του πλανήτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου