Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Το δημόσιο χρέος μοχλός άγριας εκμεταλλευσης των εθνών


Είναι αυτονόητο ότι το χρέος των χωρών ανά τον κόσμο, και  κυρίως η εκτίναξη των χρεών των αναπτυγμένων χωρών στα ύψη,  έχει γίνει μείζον  πρόβλημα, που σχετίζεται με την οικονομική ύπαρξή  τους. Κραυγαλέο παράδειγμα οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Αναφύεται επομένως ένα πελώριο ΓΙΑΤΙ, συμβαίνει αυτό. Τι φταίει για την υπερχρέωση των εθνών;

Φταίει για παράδειγμα η κακή δημοσιονομική διαχείριση; Η πολιτική δημόσιας επέκτασης;   Η καθυστέρηση των περιβόητων, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης μεταρρυθμίσεων, που εμποδίζουν  την καθολική παράδοση των οικονομιών στις αγορές; Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα των κρατών, λόγω της αύξησης του εργατικού κόστους ή της ανεπαρκούς αναδιάρθρωσης των παραγωγικών  δυνατοτήτων τους; (εισαγωγή νέων τεχνολογιών,  καινοτομίες,  επενδύσεις για τη βελτίωση της παραγωγικότητας). Η  δημοσιονομική χαλάρωση,  ο δανεισμός,  η  υπερβολική  κατανάλωση; Φταίει τέλος η Αρχιτεκτονική δομή της ευρωζώνης που προκαλεί το αναπτυξιακό χάσμα μεταξύ βορά και νότου της Ε.Ε.





 Όποιος  αντλεί επιχειρήματα μόνο από τα προαναφερθέντα ερωτήματα, είναι αφελής ή διαπιστευμένος. Κανένα από αυτά δεν εκφράζει τη δυναμική της υπερχρέωσης μιας χώρας.  Μέχρι σήμερα πολλά  κράτη ανά την υφήλιο, έχουν γνωρίσει τη νεοφιλελεύθερη  πολιτική «Σοκ και Δέος» που αποτελεί την αιχμή του νεοφιλελεύθερου δόγματος το οποίο  συμβάλλει και τροφοδοτεί τα δημοσιονομικά αδιέξοδα ενός χρεωμένου κράτους. Αναφέρθηκα αναλυτικά για την πολιτική αυτή σε προηγούμενα άρθρα μου. Άλλωστε την έχει παρουσιάσει πολύ πειστικά, η  Naomi Klein, στο περίφημο βιβλίο της με τον ομώνυμο τίτλο  Το Δόγμα του Σοκ. Μια επομένως πλευρά της βιαίας προώθησης του χρέους των εθνών, είναι η επιβολή του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος σε επίπεδο εθνών και στη συνέχεια στην παγκόσμια οικονομία, με βαρύτατο τίμημα για  τους λαούς (πολίτικο, οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό), που τολμούν να αντιστέκονται στην επιβολή του. Οι άγριες αυτές μεθοδεύσεις και πρακτικές του νεοφιλελευθερισμού ταλανίζουν την ανθρωπότητα από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Καταρρεύσεις οικονομιών, συνωμοσίες, πραξικοπήματα, χούντες, ανθρωπιστικές κρίσεις  είναι μερικές από τις πτυχές αυτής της άθλιας και βάναυσης πολιτικής, «Σοκ και Δέος» που μεθοδεύεται προκειμένου να επιβληθεί ως κοσμοθεωρία, το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.

Υπάρχει όμως και μια παράλληλη λειτουργία του χρέους, εξίσου σημαντική, που συνδέεται φυσικά με την προηγούμενη και αφορά στις δραστηριότητες και στην εύρυθμη λειτουργία των περιβόητων αγορών.  Ας δούμε λοιπόν και αυτή τη λειτουργία καθώς και τους όρους με τους οποίους ασκείται.

Στο καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, υπερέχουν και λειτουργούν δύο οικονομικές σχολές. Η μία, που έχει ως βάση την πλήρη απελευθέρωση (βλέπε απορύθμιση)των αγορών και  έχει ως  κυρίαρχο οικονομικό διαχειριστή για τη μεγέθυνση της οικονομίας  τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και ένα τυπικό σύστημα εποπτείας (επιτροπές και εποπτικές αρχές), προκειμένου «να προστατεύονται» δήθεν οι καταναλωτές, από την κερδοσκοπική δράση των αγορών και τις εναρμονισμένες πρακτικές των ανταγωνισμών, των επιχειρηματικών ομίλων,   των  πολυεθνικών επιχειρήσεων και των διεθνών τραπεζικών συστημάτων.

Η άλλη, που έχει βάση τη νέοκεϋνσιανή πολιτική, και χρησιμοποιεί ως μοχλό ανάπτυξης  το δημόσιο τομέα, τη ρύθμιση των αγορών, την «εντός ορίων»  προστασία της κοινωνίας , τη «λογική»  λειτουργία των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την καλύτερη διαχείριση  του περιβάλλοντος, τον τυπικό κρατικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, την αξιοποίηση (θετική και αρνητική) των δημόσιων επιχειρήσεων,  στρατηγικού χαρακτήρα.

Υπήρξε στο πρόσφατο παρελθόν και μια Τρίτη σχολή, εκτός συστήματος, εκείνη του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας, η οποία κατέρρευσε μαζί με το σύστημα του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού που την επέβαλε.

Η πρώτη σχολή διαχειρίζεται τη «δημιουργία χρήματος», μέσω των δανειοδοτήσεων  του ιδιωτικού τραπεζικού τομέα (εμπορικές τράπεζες),  την ομαλή   λειτουργία του  οποίου, εγγυάται το κράτος.

 Η δεύτερη χρησιμοποιεί τις δημόσιες τράπεζες για να  τυπώνουν χρήμα αλλά και να  λειτουργούν, ως εμπορικές, υπό τη ρύθμιση και τον έλεγχο κρατικών εποπτικών αρχών.

Η διαφορά των δύο αυτών συστημάτων είναι ορατή στις εμπορικές συναλλαγές  του κράτους, των επιχειρήσεων  και των νοικοκυριών (επιτόκια ρευστότητα, δανειοδότήσεις).

 Οι ιδιωτικές τράπεζες σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη σχολή, προωθούν άνετη ρευστότητα, πολύ  ακριβού χρήματος(λόγω των τόκων), διευκολύνουν τη δανειοδότηση, την κατανάλωση και εγκαταλείπουν τη ρύθμιση της οικονομίας στην «αυτόματη»  λειτουργία των αγορών. Κυρίαρχος παίκτης στις ιδιωτικές τράπεζες είναι το ιδιωτικό κεφάλαιο (μέτοχοι, δανειστές κεφαλαίων) που «επηρεάζει» και το πολιτικό προσωπικό  της αντίστοιχης χώρας, παρεμβαίνει στα αναπτυξιακά προγράμματα, στις κοινωνικές σχέσεις, στην οικονομική και δημοσιονομική διαχείριση, και διαμορφώνει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες κερδοφορίας των κεφαλαίων.  

Η  πολιτική που ασκείται  από  τις δημόσιες τράπεζες, εποπτεύεται από το κράτος  που  παρακολουθεί τη ρευστότητα, προκειμένου να ρυθμίζει  τον πληθωρισμό και τα δημοσιονομικά ελλείμματά του. Κυρίαρχος διαχειριστής στο σύστημα αυτό, είναι το πολιτικό προσωπικό, που διαχειρίζεται  την οικονομία με επικεφαλής το δημόσιο τομέα και τις επιχειρήσεις του, ενώ παράλληλα   αξιοποιεί την οικονομική ισχύ του, για την εξυπηρέτηση των εκλογικών επιδιώξεων του (πελατειακές σχέσεις)  και  την άνετη και διαρκή αναπαραγωγή του. Το σύστημα αυτό δεν αποκλείει προφανώς τις ιδιωτικές τράπεζες που είναι ελεύθερες να παίζουν τα δικά τους παιχνίδια.

Επομένως η  δημιουργία χρήματος, οι τόκοι  και η ρευστότητά  της οικονομίας,  είναι αυτά που καθορίζουν τους όρους χρέωσης μιας χώρας και στα δύο συστήματα.  Η  παραγωγή χρήματος γίνεται, μετά από  απαίτηση των αγορών, κυρίως μέσω των εμπορικών τραπεζών, με την προώθηση ακριβών δανείων στο κράτος, στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά. Οι ιδιωτικές τράπεζες δεν δανείζουν με «τυπωμένο»  χρήμα (το δικαίωμα αυτό το έχουν μόνο οι κεντρικές τράπεζες), αλλά με λογιστικές εγγραφές των δανείων που χορηγούν. Το χρήμα δημιουργείται φυσικά με την επιστροφή των τοκοφόρων δανείων  (νομισματική δημιουργία χρήματος).  Για αυτή την δραστηριότητά τους, οι ιδιωτικές τράπεζες  καλύπτονται, από τα περιβόητα  «κλασματικά  αποθέματά τους» ή από  δικά τους δάνεια που αντλούν από τη διεθνή αγορά. Παράλληλα «αναμοχλεύουν», με αδιαφανή και πάντως επισφαλή τρόπο τα κεφάλαιά τους (τα πολλαπλασιάζουν εικονικά),  μέσω της τραπεζικής λειτουργίας (δάνεια, καταθέσεις, κίνηση κεφαλαίων, ομολόγων, κλπ). Με  το πανάκριβο χρήμα που δανείζουν απλόχερα, συντηρούν τη ρευστότητα της οικονομίας και ταυτόχρονα κερδίζουν τεράστια κέρδη για αυτές και τους δανειστές τους.

Αν θέλουμε επομένως να επιλύσουμε το πρόβλημα του χρέους απαραίτητη προϋπόθεση είναι, να σταματήσουμε τη δημιουργία χρήματος μέσω δανείων από τα κλασματικά αποθέματα των ιδιωτικών τραπεζών και να επιστρέψουμε στην άντληση  χρήματος αποκλειστικά μέσω των κεντρικών τραπεζών (με τυπωμένο χρήμα). Αναγκαία προϋπόθεση για μια τέτοια αλλαγή είναι,  οι δημόσιες αρχές κράτους ή μιας ευρύτερης οικονομικής ολοκλήρωσης, όπως η  Ε.Ε., να τυπώνουν χρήμα μέσω μιας επεξεργασμένης αντιπληθωριστικής πολιτικής, που θα εποπτεύεται από μια ανεξάρτητη  ρυθμιστική αρχή, όπως είναι η ΕΚΤ , η οποία  θα ρυθμίζει τα όρια της ρευστότητας ώστε να αποφεύγονται, η ύφεση ή οι ανεπιθύμητες πληθωριστικές πιέσεις.

 Σήμερα, με βάση τη νεοφιλελεύθερη χρηματοοικονομική πολιτική που κυριαρχεί κατά βάση στις αναπτυγμένες οικονομίες, η λειτουργία της δημιουργίας χρήματος έχει περάσει στο άλλο άκρο. Λειτουργεί  ένας επικίνδυνος φαύλος κύκλος,  όπου η κίνηση του χρήματος προωθείται μέσω των ακριβών δανείων, που χορηγούν οι ιδιωτικές τράπεζες με  αυξημένους τόκους (δανείζουν κεφάλαια πολλαπλάσια, μέχρι και έξη φορές μεγαλύτερα, των κλασματικών αποθεμάτων τους), με αποτέλεσμα να   προκαλείται  ένα συνεχώς διογκούμενο και αυτοτροφοδοτούμενο χρέος, που απαιτεί τη λήψη περισσότερων  νέων δανείων,  για να αποπληρωθούν τα παλιά και πάει λέγοντας. Έτσι οι οικονομίες για να λειτουργήσουν πρέπει να δανείζονται συνεχώς. Αποτέλεσμα οι οικονομίες και κατ’ επέκταση η ασκούμενες οικονομικές πολιτικές, είναι δέσμιες των αγορών, οι οποίες λειτουργούν κάθε φορά αναλόγως των προεπιλεγμένων συμφερόντων τους.

Πρόσφατο παράδειγμα που σηματοδοτεί τον τρόπο λειτουργίας των αγορών, φέτος στα μέσα του Σεπτεμβρίου είναι η βελτίωση της ρευστότητας, σε παγκόσμιο επίπεδο, από τι μεγάλες κεντρικές τράπεζες.  Οι συνθήκες λειτουργίας των αγορών πέρασαν από την προηγούμενη φάση  πανικού για τις απώλειες κερδών της προηγούμενης περιόδου, στη φάση της ηρεμίας.  Σημειώνουν άνοδο στις κερδοσκοπικές δραστηριότητές τους από τα μέσα του καλοκαιριού ακόμη και στην Ελλάδα, διότι εκτίμησαν ότι η παγκόσμια οικονομία δεν θα επιδεινωθεί και ότι η γεωπολιτική κατάσταση βρίσκεται σε φάση ηρεμίας. Άλλωστε τα κεντρικά τραπεζικά συστήματα και οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών που ενδιαφέρονται για τη ρευστότητα (ΗΠΑ, Γερμανία, Κίνα), έσπευσαν να στηρίξουν τις προβληματικές οικονομίες με νέους γύρους ρευστότητας και ποσοτικής χαλάρωσης. Οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ και της Ε.Ε, προς επίρρωση των εκτιμήσεων των αγορών αναδείχτηκαν  πρωταγωνιστές των εξελίξεων αυτών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η Κίνα υποστήριξε ανοικτά την ευρωστία της ενιαίας ευρωζώνης χωρίς αποκλεισμούς και τριβές.

Πρώτα ο Μ. Ντράγκι της ΕΚΤ και μετά ο Μπεν Μπερνάνκι της Ομοσπονδιακής τράπεζας (FED)  των ΗΠΑ, επιστράτευσαν τα «μπαζούκας» τους, για να επιτύχουν παροχή απεριόριστης ρευστότητας στις οικονομίες τους και κατ’ επέκταση στην παγκόσμια οικονομία. Ασκούν έντονη επιθετική νομισματική πολιτική (χαμηλά επιτόκια,  εξαγορά απεριόριστων ποσοτήτων ομολόγων κ.α) αφού ο πληθωρισμός συντηρείται σε χαμηλά επίπεδα του 2%,  για να διευκολυνθούν δήθεν οι οικονομίες των χρεωμένων χωρών, ώστε  να αντλήσουν νέα «ποιο φτηνά»  δάνεια, αλλά στην ουσία, να εξυπηρετηθούν άνετα  οι κερδοσκοπικές δραστηριότητες των αγορών.

Είναι προφανές ότι τα διεθνή κέντρα οικονομικής ισχύος, ρυθμίζουν τις συνθήκες των δανειοδοτήσεων, για να ικανοποιηθούν πρωτίστως οι αγορές και να συνεχιστούν απρόσκοπτα οι πολιτικές δημιουργίας χρήματος  και κερδών από τον ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό τομέα, μέσω των νέων δανειοδοτήσεων, αλλά και να συντηρείται σταθεροποίηση  της παγκόσμιας οικονομίας  που ισορροπεί, σε αυτή τη φάση,  με την ύπαρξη δύο σκληρών νομισμάτων του δολαρίου και του ευρώ.

Προϋπόθεση για τις νέες δανειακές ρυθμίσεις, είναι οι χώρες που βλέπουν τα επιτόκια των ομολόγων τους να εκτινάσσονται στα ύψη, να λαμβάνουν μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας και αυστηρής λιτότητας,  για να αξιοποιηθούν τα δάνεια,  για οικονομική ανάκαμψη και να συμβάλλουν στην ηρεμία των αγορών, άρα και στην πτώση των επιτοκίων και των CDS, ώστε οι αγορές να προωθούν  απρόσκοπτα στο «θεάρεστο» κερδοσκοπικό έργο τους.

Με βάση όλα τα παραπάνω, εξάγεται αβίαστα ένα ακόμη θεμελιώδες ερώτημα.

 ΓΙΑΤΙ η ανθρωπότητα διατηρεί αυτό το ανισσόροπο, αποκρουστικό για τις κοινωνίες και καταστροφικό για τις οικονομίες  σύστημα δημιουργίας χρήματος από τον ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό τομέα, που συντηρεί αενάως την ύπαρξη των χρεών και κυριολεκτικά καταστρέφει την προοπτική ανάπτυξης και τον πλούτο των εθνών;

Είναι επομένως υπόθεση της ανθρωπότητας, κυρίως στις αναπτυγμένες χώρες, να ανατρέψουν αυτή την καταστροφική κατάσταση και να στριμώξουν τις περιβόητες αγορές, σε ρόλο διαφανών και εύλογων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο ενός νέου συστήματος δημιουργίας χρήματος, στο οποίο δεν θα παρεμβαίνει ο ιδιωτικός χρηματοπιστωτικός  τομέας. Το χρήμα θα τυπώνεται και θα χορηγείται από τις κεντρικές(δημόσιες) τράπεζες. Τρεις  βασικές προϋποθέσεις μπορούν να συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση.

  1. Ο φόρος Tobin στις παγκόσμιες χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
  2. Ο αυστηρός εποπτικός και ελεγκτικός μηχανισμός παρακολούθησης των διεθνών  χρηματοπιστωτικών  δραστηριοτήτων.
  3. Ο διαχωρισμός των εμπορικών και επενδυτικών τραπεζικών ομίλων, ώστε να περιοριστεί η δράση των Golden Boys και των αδιαφανών τραπεζικών  προϊόντων, που οδηγούν τα πανίσχυρα  τραπεζικά μεγαθήρια στη λογική του  καζινοκαπιταλισμού.

Παρήγορο και ταυτόχρονα ελπιδοφόρο στοιχείο είναι η ρευστή κατάσταση που επικρατεί στην Ευρωζώνη. Το δίλλημα είναι πραγματικό. Ήδη αρχίζει να διαφαίνεται αχνά μετά τις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Ο Ομπάμα προωθεί στο Κογκρέσο νόμο χιλιάδων σελίδων για την εποπτεία των τραπεζών,   Ή Ευρωζώνη επιχειρεί να επιβάλλει αυστηρότερο δημοσιονομικό πλαίσιο, που όμως δεν είναι επαρκές για μια Οικονομική ολοκλήρωση της Ευρώπης. Η Ευρωζώνη ή  θα προχωρήσει σε βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές στη δομή της ΟΝΕ για τη δημιουργία μιας πραγματικής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, ριζικά διαφορετικής, από την ανεδαφική πλέον συνθήκη του Μάαστριχτ ή  θα οδηγηθεί σε κατάσταση αποσύνθεσης και ενδεχομένως διάλυσης του ονείρου της Δημοκρατικής Ενωμένης Ευρώπης. Ίδωμεν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου