Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Μύθοι και πραγματικότητες της ΟΝΕ



√ Εισαγωγή



Η συζήτηση για διάλυση ή διαχωρισμό της ευρωζώνης, για επιστροφή στα εθνικά νομίσματα είναι πλέον θέμα ανοικτής δημόσιας συζήτησης μεταξύ των ελίτ της οικονομικής πολιτικής των χωρών της ζώνης του ευρώ, θέμα των εκθέσεων ερευνητικών ινστιτούτων, σχολιαστών και αναλυτών των οικονομικών εξελίξεων, ενώ προκαλεί  έντονο προβληματισμό στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Πως φθάσαμε όμως σε αυτό το ακραίο ενδεχόμενο, της αποσταθεροποίησης του € και στον ενδεχόμενο κίνδυνο  διάλυσης της ευρωζώνης και επιστροφής στα εθνικά νομίσματα; Μέχρι πριν από λίγο καιρό, εθεωρείτο αδιανόητος αυτός ο προβληματισμός, ενώ σήμερα προβάλλεται ως μια μη αμελητέα πιθανότητα να πραγματοποιηθεί. Τι δεν σχεδιάστηκε σωστά, ποιοι μηχανισμοί δεν λειτούργησαν όπως αναμενόταν, ποιες πολιτικές δεν ήταν αποτελεσματικές και ποιοι κίνδυνοι δεν αποτιμήθηκαν επαρκώς;




√ Αισιοδοξία ή απογοήτευση για την ΟΝΕ



Η έναρξη της ΟΝΕ και η κυκλοφορία του €, εκθειάστηκε ως ένα σημαντικό βήμα προς την ενότητα των ευρωπαϊκών κρατών, που θα έδινε τέλος σε αιώνες συγκρούσεων στη μέχρι προ τινος «σκοτεινή Ήπειρο». Ήταν όμως δικαιολογημένη η αισιοδοξία; Θα λειτουργούσε η νομισματική ένωση ομαλά και αποτελεσματικά; Θα επέφερε την ειρηνική ενοποίηση που ονειρεύονταν πολλοί ευρωπαίοι πολιτικοί και πολίτες, άνδρες και γυναίκες;



Μετά από μία δεκαπενταετία εφαρμογής της ΟΝΕ, η αισιοδοξία έχει περιορισθεί ενώ συγχύσεις και ανησυχίες επικρατούν πλέον στον ορίζοντα της ευρωζώνης   

Για να κατανοήσει όμως κανείς τα επιχειρήματα που αναφύονται σήμερα και συζητιούνται δημόσια, υπέρ και κατά της νομισματικής ένωσης, πρέπει να αναλύσει, πέραν του πολιτικού οράματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα  της ΟΝΕ μέσα σε ένα ορθολογικό και διαπιστευμένο θεωρητικό πλαίσιο. Ένα τέτοιο είναι η θεωρία των βέλτιστων νομισματικών ζωνών (ΒΝΖ).

Με το ενιαίο νόμισμα σε μία νομισματική ζώνη, παύουν να υπάρχουν κίνδυνοι συναλλαγματικών ισοτιμιών, μειώνεται η οικονομική αβεβαιότητα, προωθείται το εμπόριο, εξουδετερώνονται οι ανταγωνιστικές υποτιμήσεις, μειώνονται οι εμπορικές εντάσεις και οι προστατευτικές τάσεις και αντιμετωπίζονται οι διεθνείς συναλλαγματικές πιέσεις από τις ακραίες διακυμάνσεις των σκληρών νομισμάτων και κυρίως του δολαρίου που είχε ταλανίσει πολλάκις την ευρωπαϊκή οικονομία με τις ακραίες αυξομειώσεις του.

Οι ανεξέλεγκτοι  εσωτερικοί ανταγωνισμοί, οι διεθνείς και οι εσωτερικές συναλλαγματικές διακυμάνσεις, είχαν συντελέσει στις καταστροφικές οικονομικές, πολιτικές και πολεμικές συγκρούσεις δεκαετιών στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο. Οι χώρες που στο παρελθόν υπέφεραν από χρόνιο πληθωρισμό  και προβλήματα σταθερότητας (βλ Ελλάδα κ.α), ωφελήθηκαν από την ένταξή τους στην Ένωση, ιδιαίτερα με τη διασφάλιση χαμηλών επιτοκίων, απέκτησαν  χαμηλό πληθωρισμό, σταθερότητα και συναλλαγματική ευστάθεια. Ουσιαστικά βελτίωσαν  την αξιοπιστία τους  και εξέπεμπαν οικονομική σταθερότητα, ανάλογη με εκείνη της Γερμανίας και των βόρειων χωρών της Ευρώπης. Απόδειξη ότι κατά την πρώτη δεκαετία τα επιτόκια δανεισμού των περιφερειακών χωρών έγιναν μηδενικά.

Από μια άλλη όμως οπτική, η υπερέκταση των χωρών του Νότου σε τομείς της οικονομίας που είναι ευαίσθητοι στο ύψος των επιτοκίων (π.χ ανεξέλεγκτες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες), έκαναν τις κυβερνήσεις λιγότερο προσεκτικές ως προς τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τις αυξήσεις του δημόσιου χρέους τους.

Το κύριο μειονέκτημα της ένταξης σε νομισματική ζώνη, είναι η απώλεια της άσκησης ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής και η απώλεια της χρήσης των μεταβλητών ισοτιμιών ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής (υποτίμηση του νομίσματος). Μια νομισματική ένωση οφείλει να εποπτεύει και να διορθώνει τις ανισορροπίες ανάμεσα στις οικονομίες των χωρών μελών της το συντομότερο δυνατό, γεγονός αφ’ εαυτού δύσκολο, μια και στις ανάλογες προσπάθειες παρέμβασης θα διασταυρώνονται αντιπαραθετικά με την εθνική κυριαρχία των χωρών μελών της ζώνης.

Μπορεί οι δυνάμεις της αγοράς να εξομαλύνουν τις ανισορροπίες ως ένα βαθμό, αλλά ως έναν άλλο,όταν η λύση των αγορών δεν ικανοποιεί, λόγω αθέμιτων παρεμβάσεων συμφερόντων και κερδοσκοπικών δράσεων των αγορών, οι νομισματικές αρχές οφείλουν να παίρνουν, αντισταθμιστικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες, για τη βελτίωση της ομαλής λειτουργίας της ζώνης. Αναλόγως, κάθε χώρα μέλος οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα μη νομισματικά μέτρα, π.χ δημοσιονομικά, ρύθμιση της  ζήτησης, περιορισμό των δαπανών, για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας και τη δημοσιονομική ισορροπία της.

Οι χώρες μέλη μιας νομισματικής ένωσης,  τη μοναδική ανεξάρτητη δυνατότητα που διαθέτουν είναι η ονομαστική μείωση του εσωτερικού κόστους, με περιορισμό των δαπανών (αποπληθωρισμός). Όμως  αυτή η περιοριστική από τα πράγματα  πολιτική  είναι δύσκολο να εφαρμοστεί σε δημοκρατικές χώρες. Η καλύτερη επιλογή στις χώρες που ανήκουν σε μια νομισματική ένωση είναι να προλαβαίνουν τις ανισορροπίες  πριν συμβούν, διαφορετικά ανοίγει ασκός του αίολου από τις κοινωνικές αντιστάσεις. Κατά την πρώτη δεκαετία της ομαλής λειτουργίας του €, αυτά το προβλήματα φαίνονταν μάλλον θεωρητικά στους πολιτικούς. Η Χρηματοοικονομική κρίση του 2009 τα έφερε με ένταση στο προσκήνιο.

√ Απαραίτητα στοιχεία μιας ΒΝΖ.

Μια νομισματική ένωση θεωρείται επιτυχημένη αν για κάθε χώρα μέλος της, τα οφέλη της ένταξης υπερβαίνουν το κόστος που δημιουργείται από την απώλεια εργαλείων νομισματικής πολιτικής. Η βιβλιογραφία της οικονομικής θεωρίας των βέλτιστων νομισματικών ζωνών (ΒΝΖ) παρέχει τα βασικά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την κατανόηση των δυσκολιών και των πλεονεκτημάτων μιας νομισματικής ζώνης, αλλά και τις απαραίτητες ρυθμίσεις που απαιτούνται για την ομαλή λειτουργία τους.

1.Κινητικότητα των συντελεστών παραγωγής και ιδιαίτερα του εργατικού δυναμικού.

2. Ευελιξία στην πολιτική τιμών και εισοδημάτων

3. Διατήρηση του πληθωρισμού σε όμοια και χαμηλά επίπεδα σε όλες τις χώρες της ζώνης.

4.Ανοιχτές οικονομίες των χωρών μελών.

5.Υψηλό βαθμό διαφοροποίησης  των  οικονομιών των χωρών μελών.

6.Χρηματοπιστωτική ενοποίηση(Τραπεζικό σύστημα) για μείωση της ανάγκης προσαρμογής των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

7.Δημοσιονομική ενοποίηση με διαφανείς μηχανισμούς δημοσιονομικής μεταφοράς με αναδιανομή κονδυλίων.

8. Πολιτική ενοποίηση για θεσμική, οικονομική και κοινωνική συνεργασία και διασύνδεση των χωρών μελών.

Τέσσερις από τις συνθήκες της ΒΝΖ δεν ικανοποιούνται από την αρχή στην ΟΝΕ. Μια κατηγορία τους είναι η πολιτική και η δημοσιονομική ενοποίηση και η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και την ευελιξία τιμών και μισθών.

Σχετικά με την πρώτη κατηγορία των μη εκπληρωμένων κριτηρίων, έχει επιτευχθεί ελάχιστη πρόοδος προς μια πολιτική και δημοσιονομική ένωση. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης που σχεδιάστηκε για να παρακαμφθεί μια επαρκής και σε βάθος πολιτική και δημοσιονομική ένοποίηση, απέτυχε οικτρά. Δεν λειτούργησε ποτέ και δεν μπορούσε να λειτουργήσει, διότι προϋπέθετε ότι είναι δυνατό να επιβληθεί έξωθεν σε μια κυρίαρχη κυβέρνηση ο τρόπος διαχείρισης του Προϋπολογισμού της. Άλλωστε όλες οι κυβερνήσεις παραβίασαν και συνεχίζουν να παραβιάζουν τους κανόνες του (Γαλλία) χωρίς να συμβαίνει τίποτε. Ορθός ο Ρομάνο Πρόντι το χαρακτήρισε «ηλίθιο».

Η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής για προληπτική δημοσιονομική εποπτεία και έλεγχο στους Προϋπολογισμούς των κρατών μελών, αποτελεί επί μέρους μέτρο και δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ολοκληρωμένης δημοσιονομικής ένωσης. Ανάλογα ελλείμματα  εμφανίζει και η αναδυόμενη Τραπεζική Ένωση. Η σημερινή δομή εποπτείας και ελέγχου στο ενοποιημένο πανευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα δεν διασφαλίζει την αποτροπή και τη διαχείριση οικονομικών κρίσεων.

Η δεύτερη ομάδα κριτηρίων σύγκλισης, κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και ευελιξία τιμών και μισθών, δεν έχουν προωθηθεί επαρκώς και συντονισμένα. Οι προσπάθειες για την πραγματοποίηση των απαραίτητων διαρθρωτικών ρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και προϊόντων ποικίλουν ανάμεσα στις χώρες μέλη της ΟΝΕ. Ιδιαίτερα στο νότιο τμήμα πολλές χώρες δεν βελτίωσαν το σύστημα των αγορών τους Χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία δεν διέγνωσαν εγκαίρως τον κίνδυνο της απώλειας της ανταγωνιστικής τους θέσης από την είσοδο των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών στην ΟΝΕ. Το κόστος εργασίας είναι χαμηλό στην Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, και τη Τσεχία, χώρες με εξίσου μεγάλο ανθρώπινο δυναμικό με τη νότια Ευρώπη. Έτσι η ανταγωνιστικότητα της ανατολικής Ευρώπης γρήγορα επισκίασε εκείνη της Ελλάδας και της Πορτογαλίας.

Στη Γερμανία  το 2003 ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ εγκαινίασε το πρόγραμμα «Ατζέντα 2010» και επέτυχε σοβαρή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Γερμανικής οικονομίας Μετά από μια δεκαετία ύφεσης οι δραστικές και επώδυνες διαρθρωτικές αλλαγές είχαν μετατρέψει τη Γερμανία στην ισχυρότερη και πιο ανταγωνιστική οικονομία της ευρωζώνης.

Η ΟΝΕ από τη σύλληψή της υποφέρει, από πολλά μειονεκτήματα και δομικά ελαττώματα. Ή άρχουσα Ευρωπαϊκή ελίτ παραμέρισε τις οικονομικές ανησυχίες και ανέδειξε μόνο τα πολιτικά στοιχεία της Νομισματικής Ένωσης που μετά από δεκαπέντε χρόνια δεν επιβεβαιώθηκαν  στην πορεία και δεν οδήγησαν  σε «περισσότερη ένωση».

 Επομένως για να αποτραπεί η αποτυχία της ευρωζώνης, οι 19 ηγέτες της πρέπει να επιδιώξουν να εκπληρωθούν τα τέσσερα εκκρεμεί κριτήρια της ανάδειξης της ευρωζώνης σε μια ΒΝΖ.

Με άλλα λόγια οι Ευρωπαίοι ηγέτες χωρίς βεβιασμένες φεντεραλιστικές αυταπάτες, να πάρουν τώρα μια ξεκάθαρη απόφαση και να προχωρήσουν στην ολοκλήρωση των τεσσάρων ενώσεων της ευρωζώνης. Της Οικονομικής, της Τραπεζικής, της Δημοσιονομικής και Πολιτικής ένωσης, αν δεν θέλουν να αποτύχει η τωρινή ελλειμματική μορφή της, και να κρατήσουν ανοιχτό το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου