Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Η ανισόμετρη ανάπτυξη δεν είναι success story

Εκπρόσωποι της Eldorαdo Gold. 'H εταιρεία μας θα επανεξετάσει, τη στάση της στο μέλλον , με μια άλλη, πιο υποστηρικτική κυβέρνηση. Τι άλλη απόδειξη. Η ανισόμετρη ανάπτυξη είναι εδώ! 


Εισαγωγή

Τελευταία έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα ευφορίας στη χώρα μας, που θυμίζει τα success stories των προηγούμενων μνημονιακών περιόδων. Το, ότι «κάτι αλλάζει στην οικονομία», ότι η  χώρα «γυρίζει σελίδα», ότι επιταχύνεται  σχετική ανάκαμψη, ότι θα επιτευχθεί ο «στόχος της  μεγέθυνσης» όταν η χώρα θα μπει στην “κανονικότητα”, ή ακόμα, ότι θα ανακτήσει σε κάποιο χρόνο την σχετική πολιτική ανεξαρτησία της και την κάποια ρύθμιση του χρέους της ώστε να εξυπηρετείται, αποτελούν γεγονότα που όμως δεν προβάλλονται αυτόματα προς την επιδιωκόμενη   προοπτική της  ευημερίας της χώρας και την αναζητούμενη βιώσιμη ανάπτυξη που παραμένουν ως τελικός σκοπός. Αυτό πρέπει με σαφήνεια να το γνωρίζει όλος ο ελληνικός λαός, χωρίς περιστροφές ή αυταπάτες.

Η ανισόμετρη ανάπτυξη που κυριαρχεί σήμερα στον παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό, με οδηγό το νεοφιλελεύθερο αφήγημα, προφανώς «επιτρέπει την απόκτηση της πολιτικής ανεξαρτησίας μιας χώρας, αυτό όμως δεν σημαίνει   ότι η χώρα αυτή μπορεί εύκολα να αποκτήσει και την οικονομική της ανεξαρτησία. Η ισχύουσα δομή της υπαρκτής παγκοσμιοποίησης, είναι παγιωμένη και μη αναστρέψιμη στις παρούσες συνθήκες. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι δύσκολο να αντληθεί, σε μια δευτερεύουσας  σημασίας οικονομία όπως είναι η ελληνική, η οποία  βρίσκεται σε μια προωθημένη περιφερειακή ολοκλήρωση από το 2001, στην οποία δεν μπόρεσε όμως να αναπτυχθεί με τους δικούς της ιδιαίτερους όρους, ακριβώς διότι το νεοφιλελεύθερο αφήγημα, όπως καθιερώθηκε και εφαρμόζεται σήμερα με τα θεσμικά ελλείμματα δημοκρατίας και ισόμερης ανάπτυξης  στην Ευρωζώνη, παράγει ανισόμετρη ανάπτυξη, δημιουργεί αναπτυξιακό χάσμα μεταξύ του αναπτυγμένου ευρωπαϊκού  Βορρά και του  φτωχού Νότου και προκαλεί υψηλά χρέη στο Νότο.

Το οικονομικό πλαίσιο της Ευρωζώνης, της Ε.Ε ευρύτερα αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας, καθορίζονται από  το μοντέλο της ανισόμετρης ανάπτυξης, που επιβάλλεται από τις χρηματοοικονομικές ελίτ και τις κυρίαρχες οικονομίες του βιομηχανικού πυρήνα, στις εξαρτημένες οικονομίες, με βάση το παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης που ισχύει, και διαμορφώνουν τους όρους και τους  τρόπους μεγέθυνσης των οικονομιών τους, προς όφελος τους.


Δύο είναι τα κρίσιμα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν, για να κατανοηθεί η σημερινή παγκόσμια πραγματικότητα  και να αναζητηθούν διέξοδοι που δεν αφορούν σε μια μόνη χώρα, αλλά στις σημερινές περιφερειακές ολοκληρώσεις και εντέλει στην παγκόσμια οικονομική τάξη, όπως αυτή κινείται σήμερα στον πλανήτη. Όσες χώρες σήμερα αγωνίζονται να επιβιώσουν  μόνες τους στο δεδομένο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, είναι καταδικασμένες στην αφάνεια και στην αδίστακτη εκμετάλλευσή τους από τους κυρίαρχους διαχειριστές της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. 

Το πρώτο ερώτημα αφορά στο γιατί η παγκόσμια οικονομία,  στις περισσότερες χώρες κινείται σε συνθήκες υπανάπτυξης, ανισοτήτων και υπερχρέωσης και το δεύτερο, πως μπορεί να αλλάξει η σημερινή κατάσταση που η παγκόσμια οικονομία σήμερα λειτουργεί   με τους όρους που καθορίζουν οι χρηματοοικονομικές ελίτ και τα κυρίαρχα παγκόσμια κέντρα οικονομικής ισχύος των G 20 και  G 7. Αν δηλαδή, για να έλθουμε στα δικά μας, μπορεί  η Ε.Ε  να αλλάξει πορεία και κυρίως οικονομικό και θεσμικό υπόδειγμα, που θα την οδηγήσει χωρίς την σημερινή αβεβαιότητα και με συσπειρωμένες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, με όρους κοινωνικής συνοχής και οικονομικής και πολιτικής σύγκλισης, να αναρριχηθεί στην κορυφή του παγκόσμιου καταμερισμού, ώστε να λειτουργήσει ως καταλύτης στην αλλαγή του κόσμου. Να συμβάλλει στην διασφάλιση της  ειρήνης, της ευημερίας, να προωθήσει τη δημοκρατική ανέλιξη και την προστασία του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής, που κινδυνεύουν από την σημερινή καταστροφική πορεία του νεοφιλελεύθερου αφηγήματος, που από συντηρητικό οικονομικό δόγμα, έχει μετατραπεί σε ιδεολογία και οδηγεί τον πλανήτη και την ανθρωπότητα στις καταστροφικές  επιδιώξεις των κυρίαρχων δυνάμεων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κατανοήσει  το πρόβλημα και για αυτό το  κυρίαρχο σύνθημά του ήταν «Ανατροπή στην Ελλάδα και Αλλαγή στην Ευρώπη». Η πολιτική ανατροπή στην Ελλάδα υλοποιήθηκε με τη συμβολή και τη συναίνεση του ελληνικού λαού, η αλλαγή όμως στην Ευρώπη όχι μόνο δεν προχώρησε αλλά προκάλεσε ενόχληση στις κυρίαρχες δυνάμεις των Βρυξελών και του Βερολίνου, που θόλωσαν το όραμα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και αντιμετώπισαν την Κυβέρνησή του, με σκληρούς όρους διαπραγμάτευσης, που δίπλα στα λάθη της πρώτης περιόδου διακυβέρνησης (Βαρουφάκης) παρ’ ολίγον να προκαλούσαν το Grexit πολύ πριν από το Brexit, αν δεν υπήρχε η Γαλλία, που αρνήθηκε να ακολουθήσει τον πανίσχυρο Σόϊμπλε στην ακραία επιθετική πολιτική, της εκπαραθύρωσης της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Προκειμένου όμως να καταλήξουμε σε συμπεράσματα περί του ορθού η μη τρόπου που τελικά η σημερινή κυβέρνηση οδηγήθηκε στον συμβιβασμό του Ιουλίου του 2015, πρέπει να απαντηθούν τα αρχικά ερωτήματα που συμβάλλουν σε πιο νηφάλιες και  όχι υπερφίαλες εκτιμήσεις

Γιατί η υποανάπτυξη και η ανισότητα

Η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας δεν προκλήθηκε προσφάτως από το νεοφιλελεύθερο δόγμα μέσω της παγκοσμιοποίησης και τις προκλητικές  παρεμβάσεις  της πανίσχυρης χρηματοοικονομικής ελίτ. Η δημιουργία ανισοτήτων στον πλανήτη κα η ανάδειξη εξαρτημένων και ετοιμόρροπων οικονομιών, υπήρξε σύνθετη διαδικασία, που διήρκεσε αιώνες. Από το μεσαίωνα, η Δυτική Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική κυριάρχησαν στο τότε παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι και με αρχές, τα φιλελεύθερα δόγματα της ελεύθερης αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, διαμόρφωσαν  έναν παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας και επιχείρησαν να τον εξειδικεύσουν, προς την κατεύθυνση των ιδιαίτερων οικονομικών συμφερόντων τους.

Σύμφωνα με τις φιλελεύθερες αρχές τους, έπρεπε κάθε περιοχή και κάθε χώρα να επικεντρωθούν στην ανάπτυξη ή στην παραγωγή βασικών προϊόντων που θα ταίριαζαν με τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Με αυτόν τον τρόπο κάθε περιοχή θα επετύγχανε την πιο αποτελεσματική αξιοποίηση και κατανομή των φυσικών και ανθρώπινων πόρων προς όφελός της. Από τη θεωρία αυτή απουσίαζαν όμως οι πολιτικοί παράγοντες που θα καθιστούσαν την κάθε χώρα ή την κάθε περιοχή ικανές  για να αποφασίσουν το είδος των προϊόντων που θα παράγουν και τον τρόπο αξιοποίησης των πόρων που διέθεταν. Ο ισχυρός πολιτικός έλεγχος των τότε κυρίαρχων αποικιακών δυνάμεων, επιδίωξε και  διασφάλισε  την παραγωγή  των προϊόντων που είχαν ανάγκη οι ίδιες οι κυρίαρχες δυνάμεις και επέβαλε σειρά αλλαγών και κατευθύνσεων στις ελεγχόμενες αποικίες,  προς όφελος των δικών τους επιλογών και συμφερόντων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τρόπος που αναπτύχθηκαν οι κυρίαρχες αποικιακές δυνάμεις, η Δυτική Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική στα μητροπολιτικά κέντρα τους και στους πυρήνες των λευκών στις αποικίες, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο παρέμειναν «υπανάπτυκτες» οι αποικίες αποτελούν μια ενιαία  διαδικασία στην εξέλιξη των οικονομιών, δύο όμως ταχυτήτων και δύο διαφορετικών μοντέλων μεγέθυνσης.  
Οι κυρίαρχες οικονομίες του βιομηχανικού πυρήνα χαρακτηρίζονταν από την παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών, με συγκριτικά υψηλότερους μισθούς, και μεγαλύτερα κέρδη, σε συνδυασμό με τα αυξανόμενα επίπεδα κατανάλωσης, ποιότητας ζωής και δημιουργίας πλούτου. Αντίθετα οι εξαρτημένες δευτερεύουσας σημασίας οικονομίες, χαρακτηρίζονταν από παραγωγή γεωργικών προϊόντων, πρώτων υλών και  ορυκτών χαμηλής έντασης κεφαλαίου, σε συνδυασμό με χαμηλούς μισθούς και εξαγωγή των όποιων κερδών που παράγονταν από τις δραστηριότητές τους προς τις αναπτυγμένες χώρες για να καλύψουν έτσι τις ανάγκες τους σε βιομηχανικά προϊόντα και εξειδικευμένες υπηρεσίες. 
Η ανάπτυξη των εξαρτημένων αποικιακών οικονομιών προσαρμοζόταν σχεδόν απόλυτα στις ανάγκες της αποικιοκρατικής ή οικονομικά κυρίαρχης δύναμης. Τα δίκτυα υποδομών και μεταφορών  κατασκευάζονταν για να συνδέσουν την ενδοχώρα με τα λίγα λιμάνια, διευκολύνοντας με αυτόν τον τρόπο τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων και πρώτων υλών. Όλες οι πρωταρχικές συσσωρεύσεις, στα δίκτυα, στις υποδομές και στις βιομηχανικές μονάδες, που παρήγαγαν προϊόντα προς εξαγωγή, για να καλύψουν τις ανάγκες των κυρίαρχων κρατών, ελέγχονταν από τους λευκούς εποίκους που δρούσαν ανεξέλεγκτοι στο αποικιακό περιβάλλον. Δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της «οικονομίας του ατλαντικού», την οποία ανέπτυξαν οι Ευρωπαίοι μετά το 1450 ήταν η αγροτική φυτεία και η δουλεία. Όμως και άλλες σημαντικές πτυχές της πορείας του κόσμου που δημιούργησαν οι Ευρωπαίοι, έκαναν την εμφάνισή τους, όπως η κατάκτηση και η εξολόθρευση ντόπιων πληθυσμών, η ανάπτυξη καλλιεργειών για εξαγωγή στις περιοχές τους και ο εκτοπισμός  των ντόπιων πληθυσμών σε φτωχότερες περιοχές της εγχώριας γεωργίας που προορίζονταν για αυτοκατανάλωση. Στις περισσότερες περιοχές του κόσμου εκτός από τη Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία, η Ευρωπαίοι έποικοι αποτελούσαν μικρό ποσοστό του πληθυσμού με μεγάλη  όμως  οικονομική ισχύ. Με την κατάργηση της δουλείας το 1830, οι Ευρωπαίοι έστρεψαν αλλού την προσοχή τους στις υπανάπτυκτες χώρες για να βρουν φτηνούς εργάτες, οι οποίοι θα εργάζονταν υπο αυστηρή πειθαρχία και θα αποτελούσαν εγγύηση ανάλογα με εκείνη των δούλων για τις σοδειές, τους φυσικούς πόρους και τα κέρδη που απαιτούσαν οι Ευρωπαίοι. Στους επόμενους αιώνες αυτό το μοντέλο επαναλήφθηκε σε πολύ μεγάλη κλίμακα, η ανισόμετρη ανάπτυξη και η ανισότητα έγιναν καθεστώς 

Η απόκτηση της πολιτικής ανεξαρτησίας των περισσότερων χωρών δεν συνεπάγονταν κατά αυτό τον τρόπο και την προοπτική ανάκτησης της οικονομικής τους ανεξαρτησίας, καθώς η δομή της παγκόσμιας οικονομίας ήταν παγιωμένη και ήταν πολύ μικρές οι πιθανότητες να ακολουθηθεί μια διαφορετική πορεία. Ελάχιστες μόνο  χώρες απέφυγαν αυτή την παγίδα, κυρίως όσες λόγω γεωπολιτικών συνθηκών και αναγκαστικών συσχετισμών, διατήρησαν την πολιτική και οικονομική τους ανεξαρτησία, όπως η Ιαπωνία, ή όσες ξέφυγαν από την σκληρή  ευρωπαϊκή αποικιοκρατία   ή είχαν στήριξη από τις ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όπως η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν, ή οι πλούσιες σε πετρελαϊκά αποθέματα χώρες της Μέσης Ανατολής και οι οικονομίες του Χονγκ Κονγκ και της Σιγκαπούρης, που βασίζονταν στο εμπόριο. 
Επίσης κατά τα τέλη του 20ου  αιώνα ξέφυγε και η Κίνα αφού ανάκαμψε από τις καταστροφές που υπέστη τον 19ο και 20ο αιώνα, καθώς και η Βραζιλία και η Ινδία, που έκαναν με δυσκολία συγκρατημένα βήματα, προς την κατεύθυνση της οικονομικής τους ανεξαρτησίας. Πολύ περισσότερες χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου, ιδιαίτερα της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και μεγάλου τμήματος της Ασίας, δεν κατάφεραν να αποκτήσουν την οικονομική τους ανεξαρτησία. 
Η κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας δημιούργησε στα Βαλκάνια μια σειρά νέων κρατικών οντοτήτων, που μέχρι σήμερα συγκρούονται αναζητώντας τη φυσιογνωμία τους. Η Ελλάδα από τις αρχές του 18ου αιώνα επηρεάστηκε από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και  ακολούθησε την Ευρωπαϊκή πορεία με ένα μείγμα πολιτισμού όχι αμιγώς ευρωπαϊκό αλλά επηρεασμένο, και από την ανατολική κουλτούρα λόγω του ορθόδοξου δόγματος. 

Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν αυτά όλα τα οικονομικά αδύνατα και εξαρτημένα κράτη, ήταν να αυξήσουν την παραγωγή μικρού αριθμού εμπορευματικών καλλιεργειών ή την εξόρυξη ορυκτών, προσπαθώντας έτσι να βελτιώσουν  τα έσοδά τους και τις εξαγωγές τους. 
Πρόσφατο και χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ελλάδα στη φάση της εξόδου της από την παρατεταμένη δημοσιονομική κρίση και τα μνημόνια.Επιχειρούσε στο παρελθόν και επιχειρεί ξανά να αυξήσει τις εξαγωγές της, όμως αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό μη τυποποιημένα προϊόντα(κυρίως ακατέργαστα) και πρώτες ύλες, λόγω απουσία επενδύσεων στην τυποποίηση, ενώ στη συνέχεια, τις επιβάλλονται (μνημόνια), αναγκαστικές συνθήκες  να εισάγει πολλά τελικά προϊόντα για την  παρασκεύη των οποίων έχουν χρησιμοποιήθεί φθηνές λογω αιτης κρίσης, πρώτες ύλες από την Ελλάδα. 
Ποφανώς ένα αδύναμο οικονομικά κράτος, θα μπορούσε υπο διαφορετικές δομές σήμερα στην  Ε.Ε, να καταφέρει  να προσεγγίσει τους μέσους όρους εξωστρέφειας των κρατών μελών της Ε.Ε, αν για παράδειγμα μειονόταν το αναπτυξιακό χάσμα μεταξύ Ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου, γεγονός που προϋποθέτει άλλη αρχιτεκτονική της Ένωσης. Αντιθέτως οι κυρίαρχες και ευνοούμενες χώρες εισάγοντας φτηνές πρώτες ύλες και ορυκτά, διασφάλιζαν και διασφαλίζουν στην σημερινή Ε.Ε, παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων, καθετοποιούσαν και καθετοποιούν τις οικονομίες τους, προωθούσαν και προωθούν στο περιφερειακό οικονομικό περιβάλλον τους, στην εσωτερική κατανάλωση, τα τελικά βιομηχανικά προϊόντα τους και επετύγχαναν και επιτυγχάνουν και σήμερα, σημαντικές εξαγωγές αγαθών προς τις εξαρτημένες και πιο αδύναμες οικονομικά  χώρες, οι οποίες  περιορίζονταν και περιορίζονται αναγκαστικά στη γεωργία στην εξαγωγή ορυκτού πλούτου και μη τυποποιημέων προϊόντων για τις διατροφικές  και πλουτοπαραγωγικές ανάγκες των κυρίαρχων κρατών.Το παράδειγμα αυτό προσφέρεται και για εσωτερική χρήση στις αναπτυγμένες χώρες. Οι κοινωνίες τους με βάση την ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό κάθε αναπτυγμένης χώρας, χωρίζονται σε δύο κοινωνικές κατηγορίες . Σε μία που απλαμβάνει τα πλεονάσματα και σε μία άλλη  που περιορίζεται στη λιτότητα και στις μειωμένες απολαβές, προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα κέρδη. Κλασικό παράδειγμα η Γερμανία.  Αυτό το διεθνές μοντέλο άνισης ανάπτυξης, συντηρούσε και συντηρεί τις ανισότητες σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο, σε βάρος των αδύναμων αναπτυσσόμενων χωρών και  των αδύναμων κοινωνικών κατηγοριών και στρωμάτων και δεν μπορεί να γίνει δίκαιο.

Οι σημερινές συνθήκες ανά την Ευρώπη και τον κόσμο

Μετά την παρέλευση έξη  αιώνων, η απελευθέρωση των αγορών, του εμπορίου και της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων, σε συνδυασμό με την τεχνολογική επανάσταση, διευκόλυναν τη διασπορά κεφαλαίων και  των παραγωγικών και εμπορικών δραστηριοτήτων, καθώς και την ανακατανομή θέσεων εργασίας και την μεταφορά εισοδήματος, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και τροφοδότησαν τις ανεξέλεγκτες δραστηριότητες των χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων, τα πράγματα έχουν αλλάξει επί τα χείρω. 
Σήμερα καμία απολύτως χώρα δεν μπορεί να διασφαλίσει από μόνη της την οικονομική της ανεξαρτησία. Αντίθετα η καθιέρωση των διεθνών Οργανισμών, του ΟΗΕ, του ΔΝΤ της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Οργανισμού Εμπορίου, δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής. Δεν υπάρχει μοντέλο κράτους έθνους, με εξαίρεση τη Βόρεια Κορέα και μερικά άλλα κράτη παρίες στην Αφρική και στην Ασία  που να καθορίζει από μόνο του τις  οικονομικές επιλογές και διεθνείς συναλλαγές του και να μη μετέχει κατά κάποιο τρόπο σε γεωπολιτικές,  πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές διεργασίες και ολοκληρώσεις κάθε είδους και μορφής. Αν επιμείνει κάποια χώρα να διατηρήσει την οικονομική ανεξαρτησία της, έξω από τα διεθνή κέντρα ελέγχου του διεθνούς οικονομικού γίγνεσθαι, θα παραμείνει μονίμως ως χώρα παρίας. Προφανώς υπάρχουν εξαιρέσεις πχ των χωρών που υπηρετούν το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και την φορολογική ασυδοσία(Φορολογικοί παράδεισοι). Δεν αποτελούν όμως παραδείγματα προς μίμηση.

Η άνιση ανάπτυξη στην Ελλάδα

Η Ελλάδα μετά από μία επανάσταση,  μια βασανιστική και αντιφατική πορεία προσέγγισης της Ευρώπης, μέσω δύο παγκόσμιων πολέμων και μιας δικτατορίας,  επέτυχε, με έξωθεν και από τα πάνω πολιτική στήριξη,  κυρίως από τη Γαλλία, να ενσωματωθεί ανέτοιμη οικονομικά και θεσμικά, στην κοινή πορεία ενοποίησης των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Αρχικά στο υπό ανάπτυξη σχέδιο της Κοινής Ευρωπαϊκής Αγοράς και μετέπειτα στη περιφερειακή ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Ευρωζώνη.

Η πορεία αυτή, της ενσωμάτωσης της Ελλάδας, στην περιφερειακή ολοκλήρωση της Ευρώπης έχει κριθεί, ιστορικά, πολιτικά και πολιτιστικά ως ορθή, ανεξάρτητα από επί μέρους διαφοροποιήσεις και διακυμάνσεις που επικράτησαν στην διαδρομή της, προς την πορεία της ενσωμάτωσής της κυρίως στο οικονομικό αλλά και στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό. Ήταν άλλωστε  φανερό, ότι η πορεία της, θα παρακολουθούσε την ήδη διαμορφωμένη παγκόσμια οικονομική εξέλιξη, όπως αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν κατάφερε όμως να αποφύγει, ενώ θα μπορούσε, διότι υπήρξαν δυνατότητες που δεν αξιοποιήθηκαν, την πορεία απεγκλωβισμού της από την άνιση ανάπτυξη, που όπως αναλύθηκε επίσης, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την πορεία εξέλιξης  της Ευρώπης και του κόσμου.

Η θεωρία των μικρών βημάτων στην Ευρώπη έχει εξαντλήσει τα όριά της

Οι πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση και στη συνέχεια το Brexit έχουν φέρει στο προσκήνιο με ένταση, την αναζήτηση προοπτικής για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Προσφάτως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε στη δημοσιότητα τις "πέντε προτάσεις Γιούνκερ" για την πορεία της Ε.Ε. Οι πέντε προτάσεις Γιούνκερ, επιβεβαιώνουν ότι η σημερινή ευρωπαϊκή ελίτ, δεν είναι σε θέσει να πάρει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες για να δρομολογήσει συνθήκες διεξόδου της Ε.Ε από τη σημερινή στασιμότητα και μάλλον προκρίνει για το εγγύς μέλλον, μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων.

-Το ένα σενάριο είναι η Ευρώπη πολλών ταχυτήτων. Τονίζεται σε αυτό ότι όποια κράτη μέλη είναι πρόθυμα να προχωρήσουν δεν πρέπει να εμποδίζονται να προχωρούν ταχύτερα και να συγκροτήσουν ένα στενό "ευρωπαϊκό πυρήνα".   

-Το δεύτερο προβλέπει ουσιαστικά τη διατήρηση του status quo με μία  «θετική» μεταρρυθμιστική στρατηγική, που θα βελτιώνει τη ζωή των ευρωπαίων πολιτών, χωρίς υπερβολικές πρωτοβουλίες για νεα ρυθμιστικά πλαίσια.

-Το τρίτο σενάριο παρουσιάζει μία πρόταση υποβάθμισης της ΕΕ και τη μετατροπή της σε ένα μπλοκ που θα ασχολείται μόνο με τις υποθέσεις τις ενιαίας αγοράς. Αυτό ήταν το μοναδικό σενάριο που ο κ. Γιούνκερ απέρριψε ανοιχτά κατά την ομιλία του στην Ευρωβουλή, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως η ΕΕ «δεν είναι μόνο αγορά, εμπορεύματα και χρήμα».

-Η τέταρτη επιλογή σχετίζεται με μία πιο ευέλικτη ΕΕ, που θα έχει μεν μειωμένες αρμοδιότητες αλλά θα είναι στοχευμένα πιο δραστήρια σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η συνοριακή ασφάλεια, η ενιαία αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και η πολιτική ασύλου.

-Το πέμπτο σενάριο προβλέπει ουσιαστικά μία πλήρως ολοκληρωμένη ομοσπονδιακή ΕΕ με την άμεση εμβάθυνσή της σε πολλά ζητήματα.

Από τις προτάσεις που σχετίζονται με την προοπτική της Ένωσης, αλλά και από τις διαφαινόμενες τάσεις στις πολύμορφες και  εν πολλοίς αντιφατικές  πολιτικές των κρατών μελών της Ένωσης, δεν διαφαίνεται τουλάχιστον άμεσα, ριζική τομή στο πολύμορφο  αναπτυξιακό σκηνικό της Ένωσης  που ο κοινός παρανομαστής του είναι η ανισόμετρη ανάπτυξη και η ανισότητα, όπως άλλωστε δείχνει το αναπτυξιακό χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου της Ευρώπης.

Είναι επομένως απαραίτητο και η χώρα μας τουλάχιστον για την περίοδο που επιχειρεί τη διέξοδο από την επιτροπεία και την επιστροφή στην κανονικότητα, να προσγειωθεί στις πραγματικές συνθήκες της Ε.Ε και να μην πλάθει υπερφίαλες φιλοδοξίες ή νέες αυταπάτες. Το κυριότερο όμως αφορά την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ  που οφείλει να ενημερώσει τον ελληνικό λαό για τις νέες δυσκολίες που έρχονται μετά τα μνημόνια. Μπορεί η δύσκολη διαπραγμάτευση που συνοδεύει την πορεία προς την κανονικότητα, να δικαιολογεί μια σχετική ευφορία, αφού η χώρα μετά από οκτώ χρόνια δημοσιονομικών αδιεξόδων και στασιμότητας, οδεύει προς την έξοδο από την κρίση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυσκολίες παρήλθαν και ο δρόμος που ανοίγεται είναι «στρωμένος με ρόδα». Αντίθετα μάλιστα είναι ανηφορικός και αστάθμητος, αυτή είναι η πραγματικότητα που δεν ωραιοποιείται σε καμία περίπτωση.





     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου